Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

ΔΟΡΥ & ΑΚΟΝΤΙΟ


Το δόρυ

     Το δόρυ (έγχος) είναι όπλο που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο. Αποτελείται από το στέλεχος, συνήθως ξύλινο, και την αιχμή. Η αιχμή μπορεί να είναι η αιχμηρή άκρη του στελέχους επεξεργασμένη με φωτιά ή από κάποιο πιο ανθεκτικό υλικό, όπως πυρόλιθο, οψιανό, κόκκαλο, σίδηρο, ατσάλι ή μπρούντζο τοποθετημένο πάνω στο στέλεχος. Ο κοινότερος σχεδιασμός των κυνηγετικών και πολεμικών δοράτων περιλαμβάνει αιχμή σε τριγωνικό, ρομβοειδές ή φυλλοειδές σχήμα και ακανθοειδές ή πριονωτό για τα δόρατα ψαρέματος.

     Η κατασκευή και χρήση του δόρατος δεν περιορίζεται στους ανθρώπους αλλά εκτείνεται και στους …χιμπαντζήδες των οποίων πληθυσμοί κοντά στο Κέντουγκου της Σενεγάλης έχουν παρατηρηθεί να κατασκευάζουν δόρατα σπάζοντας ίσια κλαδιά από δέντρα, αφαιρώντας τον φλοιό και τα παρακλάδια και ακονίζοντας το ένα άκρο με τα δόντια τους, τα οποία χρησιμοποιούν για να κυνηγούν γαλάγους που κοιμούνται. Οι ουραγκοτάγκοι επίσης χρησιμοποιούν δόρατα για να ψαρεύουν, αν και πιστεύεται ότι αντιγράφουν τους ανθρώπους τους οποίους παρατηρούν προσεκτικά.

     Αρχαιολογικά στοιχεία που ανεκαλύφθησαν στην Γερμανία δείχνουν ότι ξύλινα δόρατα εχρησιμοποιήθησαν για κυνήγι, τουλάχιστον πριν από 400.000 χρόνια και μία μελέτη του 2012 προτείνει ότι ο Homo heidelbergensis μπορεί να ανέπτυξε αυτήν την τεχνολογία πριν από 500.000 χρόνια. Καθώς όμως το ξύλο, ως υλικό, δεν διατηρείται καλά επί μακρόν και αρκετοί επιστήμονες υποθέτουν ότι η ανακάλυψη της χρήσης του δόρατος από τους χιμπαντζήδες δείχνει την χρήση των δοράτων από τους πρώιμους ανθρώπους ως και πέντε εκατομμύρια χρόνια πριν.

     Οι Νεάντερταλ κατασκεύαζαν πέτρινες αιχμές ως και 300.000 πριν ενώ 250.000 πριν τα ξύλινα δόρατα κατασκευάζονταν με πυρωμένες αιχμές.

    Πριν από 200.000 χρόνια και μετά, οι άνθρωποι της Μέσης Παλαιολιθικής περιόδου ξεκίνησαν να φτιάχνουν περίπλοκες πέτρινες λεπίδες με φολιδωτές αιχμές οι οποίες χρησιμοποιούνταν ως κεφαλές δοράτων. Αυτές οι λίθινες αιχμές μπορούσαν να στερεωθούν στο ξύλινο κοντάρι με γόμα, ρετσίνι ή με δεσίματα από τένοντες ζώων, δερμάτινες λουρίδες ή φυτικό υλικό. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, υπήρχε μια σαφής διαφορά μεταξύ των δοράτων για ρίψη και των δοράτων ως αγχεμάχων όπλων. Ως την Μαγδαληναία περίοδο εχρησιμοποιείτο και εκτοξευτής δοράτων παρόμοιος με το κατοπινό «ατλάτλ» που αποτελεί έναν σύνθετο εκτοξευτήρα χειρός.







Προέλευση του δόρατος

     Το δόρυ πιθανότατα εμφανίζεται στην Αφρική κατά την εξέλιξη του γένους Homo. Ήταν σημαντικό μέρος του Νούβιου και αρχαίου Αιγυπτιακού στρατού και συνέχισε να χρησιμοποιείται σε όλη την διάρκεια της Αφρικανικής ιστορίας, ακόμα και μετά την εισαγωγή της πυρίτιδας. Το πιο κοινό είδος δόρατος στην Αφρική είναι το ασσεγκάι, το οποίο συνήθως ρίπτεται. Αργότερα, το έθνος των Ζουλού της νοτιοανατολικής Αφρικής, θα γίνονταν γνωστό για την ιδιαίτερη ικανότητα του να χειρίζεται με επιτυχία τα κοντά ωθητικά δόρατα τους, γνωστά ως ίκλουα. Αυτά τα δόρατα ήταν σχεδιασμένα για μάχη σώμα με σώμα και συχνά εχρησιμοποιούντο σε συνδυασμό με μια μεγάλη ωοειδή ασπίδα. Εξελιγμένες ικανότητες σε αυτό το είδος μάχης επέτρεψαν στον στρατό των Ζουλού να κατακτήσει μεγάλο μέρος της νοτιοανατολικής Αφρικής.




Το δόρυ στον Ελληνικό κόσμο

     Η χρήση του δόρατος στον Ελληνικό κόσμο είναι γνωστή από την Μεσοελλαδική περίοδο. Εχρησιμοποιούντο επιμήκη δόρατα, (έγχη) σε συνδυασμό με επιμήκεις ασπίδες σε σχηματισμούς βαρέως πεζικού ή μόνα τους σε περιπτώσεις χρήσεών τους από αρματιστές. Το μεγάλο μήκος τους και η στιβαρή κατασκευή τους δηλώνει ότι εχρησιμοποιούντο στην αντιμετώπιση των αρμάτων, κυρίως όμως για την αντιμετώπιση του αντίπαλου και παρομοίως οπλισμένου πεζικού. Εχρησιμοποιούντο επίσης και ακόντια, τόσο κατά την διάρκεια της μάχης για την καταπόνηση του αντίπαλου πεζικού όσο και για την υπεράσπιση φρουρίων, οικισμών και άλλων οχυρών θέσεων.


     Κατά την διάρκεια της Γεωμετρικής περιόδου (8ος-7ος αι. π.χ.χ..) οι Έλληνες ανέπτυξαν ένα νέο είδος κλειστού σχηματισμού την φάλαγγα, ο οποίος απαιτούσε την χρήση ενός κοντύτερου δόρατος. Στις πρώιμες εικονογραφίες ο οπλίτης φέρει ένα δόρυ και δύο ακόντια τα οποία έφεραν και μία θηλιά (βλ. παρακάτω: αγκύλη) στο μέσον τους για την διευκόλυνση της βολής. Από τον 6ο αι. π.χ.χ.. και μετά, οι οπλίτες έφεραν ένα δόρυ για μάχη εκ του συστάδην. 



     Αυτό αποτελείται από ένα ξύλινο στέλεχος μήκους 2 μέτρων στον οποίο ήταν στερεωμένη η αιχμή μήκους 20-40 εκ. αρχικά από ορείχαλκο και στην συνέχεια από σίδηρο. Η άλλη άκρη του δόρατος κατέληγε σε μια χάλκινη απόληξη, τον σαυρωτήρα, ίδιου μήκους με την αιχμή και ο οποίος λειτουργούσε ως αντίβαρο, προστάτευε το στέλεχος μέχρι ενός σημείου από την σήψη λόγω υγρασίας, βοηθούσε την πεζοπορία χρησιμοποιούμενο ενίοτε ως ραβδί ή στερεώνοντας το στο έδαφος. Αν το δόρυ έσπαγε, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εναλλακτική αιχμή. Συνήθως στο σημείο όπου ο οπλίτης έπιανε το δόρυ τοποθετούνταν ύφασμα ώστε το τελευταίο (δόρυ) να μη γλιστρά από τον ιδρώτα της παλάμης του οπλίτη. Το δόρυ το χρησιμοποιούσε ο οπλίτης με το δεξί χέρι ανασηκωμένο προς τα πάνω ώστε να πραγματοποιεί κατωφερή πλήγματα στον αντίπαλο αλλά και για να μην τραυματίσει με τον σαυρώτηρα τους συμπολεμιστές που βρίσκονταν πίσω από αυτόν σε διάταξη φάλαγγας.



     Το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.χ.χ. ξεκίνησαν αλλαγές οι οποίες κορυφώθηκαν κατά την διάρκεια του 4ου αι. π.χ.χ. Η μία ήταν η χρήση των πελταστών σε μεγαλύτερους αριθμούς, οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι κυρίως με ακόντια και μερικές φορές με δόρυ. Ο Ιφικράτης τους βελτίωσε καθιερώνοντας αρχικά την χρήση δόρατος και αργότερα εξοπλίζοντας τους με μακρύτερα δόρατα. Η άλλη αλλαγή ήταν η εισαγωγή και χρήση της σάρισας από τους Μακεδόνες, ενός δόρατος μήκους 5,5 μέτρων. Η Μακεδονική φάλαγγα, υποστηριζόμενη από ελαφρύ πεζικό και ιππικό, έγινε σταδιακά ο μοναδικός τρόπος μάχης των Ελλήνων, μέχρι την αντικατάσταση της από τις Ρωμαϊκές λεγεώνες.


     Το δόρυ επίσης εχρησιμοποιείτο και από το ιππικό. Το αρχαίο ιππικό ήταν εξοπλισμένο είτε με ακόντια είτε με δόρατα πεζικού. 



     Στους ιππείς το δόρυ ήταν μικρού μήκους και βάσει παραστάσεων σε αγγεία έφερε σαυρωτήρα μακρύτερο του οπλιτικού δόρατος. Συνήθως ήταν φτιαγμένα από ξύλο κρανιάς. Σε κάποιες περιπτώσεις όμως εχρησιμοποιούντο και μακρύτερα δόρατα. Το μακεδονικό ξυστόν είχε μήκος 3,6 - 4,2 μέτρα και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τόσο με το ένα χέρι όσο και με τα δύο. Την ίδια περίοδο οι ανατολικές ιρανικές φυλές εισήγαγαν τον κοντό, ένα δόρυ χειριζόμενο και με τα δυο χέρια το οποίο το χρησιμοποιούσε το βαρύ ιππικό τους. Χρησιμοποιήθηκε εξόχως από τα βασίλεια των Διαδόχων και τους Πάρθους και αργότερα από τους Σασσανίδες και τους Σαρμάτες. Αυτά τα στρατεύματα τα συναντούμε και στους ύστερους Ρωμαϊκούς στρατούς καθώς και στους Βυζαντινούς.



Διακρίσεις δόρατος & ακοντίου

     Τα δόρατα προορίζονται, κυρίως, για νηκτικά κτυπήματα σε πεζομαχία, ενώ τα ακόντια προορίζονται για ρίψη σε κοντινή απόσταση και, κυρίως, για αθλητικό ή κυνηγετικό σκοπό, αλλά και σε μάχες από εφίππους.

Η Αγκύλη

     H  α γ κ ύ λ η  αποτελεί ένα κύριο διακριτικό του αρχαίου ακοντίου και ήταν μια λωρίδα δέρματος που σχημάτιζε βρόγχο, στο κέντρο βάρους του ακοντίου με μήκος, περίπου, 40 εκατοστών.  



     Στον πόλεμο και το κυνήγι, χρησιμοποιούνταν εξίσου οι αγκύλες, αλλά εκεί ήταν μόνιμα τοποθετημένες πάνω στο ακόντιο. Στον αθλητισμό, κάθε αθλητής έδενε την αγκύλη εκεί που τον βοηθούσε πιο πολύ. Ο αθλητής έδενε την αγκύλη όσο πιο σφιχτά μπορούσε, τη δοκίμαζε αρκετές φορές, και έβαζε τον δείκτη και το μεσαίο του δάχτυλο στο βρόγχο της. 



     Πριν ξεκινήσει τη φορά του, έσπρωχνε το ακόντιο πίσω με το αριστερό του χέρι, για να σφίξει την αγκύλη και να το πιάσει σφιχτά με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού. Όταν πετούσε το ακόντιο, τα δάχτυλα απελευθέρωναν την αγκύλη και αυτή φαίνεται να υποβοηθούσε τη ρίψη με δύο τρόπους: (α) αύξανε τη δύναμη της ρίψεως διότι έκανε ασφαλέστερη και ανετότερη τη λαβή και (β) έδινε στο ακόντιο μια περιστροφική κίνηση γύρω από τον άξονά του ή καλύτερα μία στροφορμή, που το σταθεροποιούσε στην πορεία του και το βοηθούσε να διανύσει μεγαλύτερη απόσταση. 



     Παραμένει ερώτημα αν η αγκύλη ήταν σταθερά δεμένη πάνω στο ακόντιο, όπως στις περιπτώσεις πολέμου και κυνηγιού και έφευγε μαζί του, ή παρέμενε στο χέρι του αθλητή μετά την εκτίναξη. Τα ακόντια αυτά λέγονταν  μ ε σ ά γ κ υ λ α  και ο κόμβος της αγκύλης ά μ μ α  ή  έ ν α μ μ α.


Χρήση του δόρατος

     Το δόρυ έχει χρησιμοποιηθεί τόσο ως όπλο όσο και ως εργαλείο κυνηγιού και ψαρέματος. Μαζί με το τσεκούρι, το μαχαίρι και το ρόπαλο είναι από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα όπλα-εργαλεία του ανθρώπου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε με το ένα χέρι είτε και με τα δύο. Χρησιμοποιήθηκε σχεδόν σε κάθε σύγκρουση ως την νεότερη εποχή και είναι ίσως το πιο κοινά χρησιμοποιημένο όπλο στην ιστορία.

     Τα δόρατα μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο ως εκηβόλα όσο και ως αγχέμαχα όπλα. Δόρατα που χρησιμοποιούνται κυρίως για κάρφωμα τείνουν να έχουν βαρύτερη και στιβαρότερη κατασκευή από αυτά που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για ρίψη, τα οποία τείνουν να είναι ελαφρύτερα και να έχουν πιο ίσια κεφαλή.


     Τα δόρατα ήταν από τα κοινότερα προσωπικά όπλα που χρησιμοποιήθηκαν στην εποχή του λίθου, και παρέμειναν σε χρήση ως σημαντικά πολεμικά και κυνηγετικά εργαλεία ως την ερχομό των πυροβόλων όπλων. Μπορούν να θεωρηθούν ως οι πρόγονοι όπλων όπως η λόγχη, το πίλουμ, η ναγκινάτα, η σπαθολόγχη, η αλεβάρδα, το λογχοδρέπανο και η σάρισα, αναλόγως διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. Όντας ένα από τα πιο αρχαία όπλα, το δόρυ χρησιμοποιείται ακόμα για το κυνήγι και το ψάρεμα.

     Κοντά, χειριζόμενα με το ένα χέρι δόρατα με επιπρόσθετες μεταλλικές κεφαλές εχρησιμοποιούντο σε συνδυασμό με ασπίδα από τους πολιτισμούς της πρώιμης εποχής του χαλκού, είτε σε μονομαχία, είτε σε συγκρούσεις μεγάλων σχηματισμών. Αυτή η τακτική συνεχίστηκε από τους πρώιμους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, διαμέσου των διαφόρων αρχαίων Αιγυπτιακών δυναστειών, ως την περίοδο των Αρχαίων Ελληνικών πόλεων-κρατών.


Ελληνικός Αθλητικός Ακοντισμός

     Το ακόντιο, ως λέξη, προέρχεται από την αρχαία ελληνική "άκων" σημαίνει ένα ελαφρύ ριπτόμενο όπλο βολής ("α ι γ α ν έ η"). Το ακόντιο στην αρχαία Ελλάδα εχρησιμοποιείτο τόσο ως εξακοντιζόμενο όπλο εν πολέμω, όσο και ως αγωνιστικό αθλητικό όργανο εν ειρήνη, επίσης δε και ως κυνηγετικό όπλο. Προστάτης θεός του υπήρξε ο Απόλλων ο οποίος σε πολλές αγγειογραφίες εμφανίζεται να κρατά Ακόντιο και Τόξο ("λόγχην δε εν ταις χερσίν και τόξον").

     Το αρχαίο ακόντιο είναι ένα ξύλινο κοντάρι, μήκους περίπου 1,70 μ. και διαμέτρου περίπου 3,5 εκατοστών αλλά υπάρχουν ενδείξεις και για κοντύτερα που το μήκος τους έφτανε από 1.20 με 1.35. Στη μια άκρη είναι μυτερό. Στις αγγειογραφίες, μάλιστα, βλέπουμε ότι το μήκος του ακοντίου πλησιάζει και υπερβαίνει το ύψος το ακοντιστή. Για το βάρος και το πάχος του δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Το αγωνιστικό ακόντιο θα πρέπει να ήταν ελαφρύτερο από το δόρυ των πολεμιστών.

     Υπήρχε επίσης το παλτό (από το ρήμα πάλλω) είδος ελαφρού ακοντίου ή δόρατος που χρησιμοποιούσαν οι ιππείς (ο Ξενοφών αναφέρεται σε Αθηναίους ιππείς που τους προτρέπει να φέρουν δύο παλτά) αλλά κυρίως οι Πέρσες. Επίσης αναφέρεται η ιππική σάρισα, που είχε μήκος μικρότερο της σάρισας για να είναι ευχερής ο χειρισμός της με ένα χέρι.

     Το ακόντιο χρησιμοποιήθηκε στο Βυζάντιο, όπως και στις προηγούμενες εποχές ως όπλο πολεμικό, ως όργανο για το κυνήγι μεγάλων άγριων ζώων και ως αθλητικό όργανο. Στα Τακτικά το ακόντιο αναφέρεται ως "ρ ι κ τ ά ρ ι ν" και το έριχναν μακριά. Οι Ρωμαίοι το ακόντιο το έφτιαχναν από ξύλο κρανιάς και το μήκος του ποικίλει από 1,10-2,40μ. και στους Βυζαντινούς χρόνους 2,30 μ.

     Στο πένταθλο χρησιμοποιούσαν ακόντιο χωρίς μεταλλική αιχμή. Το ακόντιο αυτό λεγόταν «α π ο τ ο μ ε ύ ς  ή  α π ο τ ο μ ά ς». Για να έχει όμως σταθερή πορεία στην βολή και να πέφτει με την μύτη, προσάρμοζαν ένα έρμα, δηλαδή ένα πρόσθετο βάρος σαν μεταλλικό δαχτυλίδι.

     Στις παραστάσεις που υπάρχουν σε αγγεία ή σε ανάγλυφα, απεικονίζονται ακόντια και με μεταλλική αιχμή. Τα ακόντια αυτά χρησιμοποιούνταν στο αγώνισμα ακοντισμού σε στόχο και η μεταλλική αιχμή (από σίδερο ή ορείχαλκο) βοηθούσε για να εγκαθιδρυθεί στερεά το ακόντιο στο στόχο.

     Στο μέσο του ακοντίου υπήρχε δερμάτινη λωρίδα διπλωμένη σε θηλιά η «αγκύλη», δεμένη περίπου στο κέντρο βάρους του ακοντίου. Το ακριβές σημείο του δεσίματος της αγκύλης το ρύθμιζε ο κάθε αθλητής κατά τη δική του αντίληψη και την τεχνική που χρησιμοποιούσε.

     Οι αθλητές έδεναν την αγκύλη και την τύλιγαν στο κέντρο βάρους του ακοντίου, γι' αυτό και το ακόντιο ονομαζόταν (όπως είδαμε ήδη) μ ε σ ά γ κ υ λ ο ν. Στη θηλιά της αγκύλης ο αθλητής περνούσε ένα η δύο δάχτυλα κρατώντας συγχρόνως με τα υπόλοιπα το ακόντιο. Είναι γεγονός ότι η αγκύλη κατά την εκσφενδόνιση λειτουργούσε ως μοχλός προώθησης αυξάνοντας τη δύναμη εκτοξεύσεως γιατί σταθεροποιούσε τη λαβή. Η αγκύλη καθώς ξετυλίγονταν προσέδιδε επίσης στο ακόντιο περιστροφική κίνηση γύρω από από τον άξονα που σταθεροποιούσε την πτήση.

     Το ακόντιο είναι ένα όργανο που ακόμα και σήμερα, οι όποιες αλλαγές του ανέμου το επηρεάζουν. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε λοιπόν ότι σε μια επίθεση ακοντιστών σε μάχη, σίγουρα θα έπαιρναν υπ όψιν την φορά του ανέμου, αφού τα μικρά και ελαφριά ακόντια που είχαν, δεν θα μπορούσαν να φτάσουν την επιθυμητή απόσταση. Επίσης ένας άλλος παράγοντας πιθανών απωλειών θα ήταν και ο αυτοτραυματισμός. Οι δυνάμεις που ασκούνται στον ώμο και τον αγκώνα του ακοντιστή είναι μεγάλες.

     Το χέρι τεντώνει πίσω και γυρίζει εμπρός και επάνω που μαζί με το γύρισμα της μέσης για την εκτόξευση, παίρνει κλίση επιβαρυντική για τους μύες που προκαλεί σοβαρούς τραυματισμούς. Έχει υπολογιστεί από Γερμανό προπονητή ότι η ταχύτητα την οποία αναπτύσσει ένα ακόντιο μετά την εκτόξευση φτάνει μέχρι τα 115χλμ την ώρα (για άνδρες είναι περίπου 32m/sec x 3.6m μέχρι την προσγείωση)! Η Ιλιάδα αποτελεί το πρώτο γραπτό ελληνικό κείμενο με γενική περιγραφή κακώσεων των άνω άκρων, από τις οποίες οι περισσότερες είναι στην ζώνη του ώμου!

     Ο ακοντισμός ως άθλημα ήταν ένα από τα αγωνίσματα του πεντάθλου με χρόνο εισαγωγής στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 708 π.χ.χ. Στους αρχαίους χρόνους και όπως προκύπτει και από τις αγγειογραφίες, το ακόντιο (αποτομεύς ή αποτομέας) με το οποίο, κατά κανόνα, αγωνίζονταν οι αθλητές, ήταν λεπτή, ελαφριά και ίσου αναστήματος με τον αθλητή, βέργα, η οποία δεν έφερε σιδερένια αιχμή στην άκρη αλλά "έρμα", δηλαδή πρόσθετο βάρος για να έχει σταθερότητα κατά τη βολή και, ως εμπροσθόβαρη, να πέφτει με τη μύτη προς τα κάτω. Όμως, δεν είναι βέβαιο αν το ακόντιο είχε απλώς μυτερή άκρη ή επιπρόσθετη μεταλλική αιχμή σαν αυτές που χρησιμοποιούσε ο στρατός στα στρατιωτικά γυμνάσια και στον πόλεμο. Και οι δύο τύποι συναντώνται σε διακοσμήσεις αγγείων. Το ακόντιο με μυτερή άκρη, φαίνεται να ήταν αναγκαίο στην εξάσκηση επί στόχου, προκειμένου να μπορεί να εγκαθιδρύεται επί του ασφαλούς στο στόχο. Ο τυχαίος θάνατος ενός νέου μέσα στο Γυμνάσιο που αναφέρει ο Αντιφών, ρήτορας του 5ου αιώνα π.χ.χ, πιθανότατα αποδίδονταν στην αιχμή του αθλητικού ακοντίου που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές για να γυμνάζονται. Υποστηρίζεται ακόμα ότι όταν το ακόντιο δεν είχε πρόσθετη αιχμή, ετοποθετείτο στην άκρη του ένα μεταλλικό δαχτυλίδι, μια σιδερένια στεφάνη, για να είναι το κέντρο βάρος του προς τα εμπρός (εμπροσθόβαρο), δίνοντάς του την ακρίβεια και τη σταθερότητα στην πορεία, όπως αναφέραμε και παραπάνω. Πάντως, το αγωνιστικό ακόντιο θα πρέπει να ήταν γενικά ελαφρύτερο από το δόρυ των πολεμιστών. Το μήκος του ακοντίου φαίνεται να ποικίλλει από 1,35 μ. μέχρι 1,80 μ.

     Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πινδάρου, νικητής στον Ακοντισμό των Ολυμπιακών Αγώνων τους οποίους ίδρυσε στην αρχαία Ολυμπία ο ήρωας Ηρακλής υπήρξε ο Φάστωρ.

     Ακόμη, ο Όμηρος αναφέρει τον Νέστορα ως νικητή επί των Φυλέα και Πολύδωρο, στον Ακοντισμό των αγώνων προς τιμή της μνήμης του νεκρού ήρωος Αμαρυγκέως που οργάνωσαν οι συμπολίτες του Επειοί.

     Στα Πατρόκλεια υπάρχει επίσης αναφορά αγώνων  Ακοντισμού στους οποίους νίκησε χωρίς συμμετοχή λόγω του υψηλού βαθμού του ο Έλληνας αρχιστράτηγος Αγαμέμνων, ενώ στους αγώνες προς τιμή του φονευθέντος Αχιλλέως αναφέρονται, επίσης, αγώνες Ακοντισμού με νικητή τον Ευρύαλο.

     Ο Όμηρος αναφέρει ότι Αχαιοί όταν δεν πολεμούσαν έξω από τα τείχη της Τροίας διασκέδαζαν ρίχνοντας δίσκο και ακόντιο. Στην Οδύσσεια οι μνηστήρες της Πηνελόπης περνούσαν τον καιρό τους ρίχνοντας δίσκο και ακόντιο και μάλιστα σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο.

     Οι αγωνιστικές αγγειογραφίες είναι περισσότερο αποκαλυπτικές από τα αγωνιστικά κείμενα που διεσώθηκαν. Κατά το Φιλόστρατο ιδανικοί ακοντιστές ήταν οι ψηλοί στο σώμα, οι αρμονικά καλογυμνασμένοι με γερά σώματα, με μακριά και λεπτά μέλη, με μακριά δάκτυλα.

     Ως μοναδικό βραβείο οι αθλητές διεκδικούσαν, τον κότινο, στεφάνη αγριελιάς ή δάφνης ή μυρτιάς, μόνο στο στοχαστικό ακοντισμό το βραβείο εκτός από τον κότινο ήταν συχνά και μια ασπίδα, όπως συνέβαινε σε αγώνες στο Άργος. Αναφέρεται επίσης ότι το βραβείο που λάμβανε ο νικητής στα Παναθήναια ήταν 30 αμφορείς γεμάτοι με το ιερό λάδι της Αθηνάς (Βαλαβάνης, 1996). Τα βραβεία αυτά αποτελούσαν σημάδι ένδοξης νίκης για τον νικητή, την οικογένεια του και την ιδιαίτερη πατρίδα του.

     Νικητής στους αγώνες αναδεικνύονταν εκείνος που έριχνε σε μεγαλύτερη απόσταση το ακόντιο, το οποίο βέβαια θα έπρεπε να πέσει με την αιχμή. Δεν είναι γνωστό πόσες προσπάθειες- βολές είχε δικαίωμα να κάνει κάθε αθλητής. Διατυπώνεται η υπόθεση ότι είχαν δικαίωμα τουλάχιστον τριών προσπαθειών επειδή ο αριθμός 3 ήταν ιερός για τους αρχαίους. Πριν από τους αγώνες γινόταν κλήρωση για τη σειρά των ρίψεων, ενώ φαίνεται οι αθλητές να αγωνίζονταν κατά ζεύγη (Γιαννάκης, 1979).

     Ενώ ο δορατισμός ήταν επιτήδεια χρήση δόρατος εν πολέμω,  ο ακοντισμός ήταν μια αθλητική αγωνιστική διαδικασία αναφερόμενη, συχνά, στα Ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

     Ο ακοντισμός αναφέρεται από τον Όμηρο ως ένα από τα αθλήματα των αγώνων που διοργάνωσε ο Αχιλλέας για να τιμήσει το φίλο του Πάτροκλο. Στην Ιλιάδα αναφέρεται ότι οι στρατιώτες του Αχιλλέα διασκέδαζαν κοντά στην παραλία ρίχνοντας δίσκου, σιδερένια ακόντια και τοξεύοντας.

     O ακοντισμός (όπως και η δισκοβολία αλλά και πολλά ακόμη αθλήματα) εθεωρούντο ως αμιγώς Eλληνικά κατά τις διάφορες ιστορικές εποχές.

O υπολοχαγός Περικλής Βλάσσης

     Έτσι, σε μία επιστολή του χρονολογημένη από 20ής Μαρτίου 1907, ο υπολοχαγός Περικλής Βλάσσης (ψευδώνυμο «Πάνος Βάθης») επιχειρεί να ιδρύσει Γυμναστήριο για τους νέους της, υπό ξένη κατοχή, πόλεώς του Αλεξανδρουπόλεως (τότε «Δεδέαγατς») και ζητά από τον επιστήθιο φίλο του Ίωνα Δραγούμη «…3 δίσκους και 1-2 ακόντια…» αλλά και εκπαιδευτικά αθλητικά εγχειρίδια!

Η υπογραφή του Περικλέους Βλάσση στην επιστολή του.


     Η επιστολή σώζεται στα Αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης και δείχνει την κοινή σκέψη των Ελλήνων όλων των εποχών, εν αντιθέσει με τους πλείστους όσους σημερινούς ανελλήνιστους γραικύλους οι οποίοι αδυνατούν να αντιληφθιούν την ζωτικότατη προσπάθεια των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» για την άθληση των νέων Ελλήνων.


     Ο έφιππος στοχαστικός ακοντισμός ήταν αγώνισμα των Παναθηναϊκών Αγώνων. Ο Πλάτων και ο Ξενοφών αναφέρουν Ιππείς που έριχναν το ακόντιο εκ του Ίππου και συνιστούν τον έφιππο ακοντισμό ως μια πολύ χρήσιμη άσκηση.  Κατά το αγώνισμα αυτό, ενώ ο Ίππος κάλπαζε, ο Ιππέας έπρεπε να ρίξει το ακόντιο σε έναν στόχο, όταν ο Ίππος έφτανε σε ένα συγκεκριμένο σημείο ή σε συγκεκριμένη απόσταση από αυτόν. Η κίνηση του Ίππου επηρέαζε τη σταθερότητα του Ιππέως και περιόριζε τον έλεγχο που είχε στις κινήσεις του. Ο Ιππέας έπρεπε να επιτύχει ένα συντονισμό, ανάμεσα στον ρυθμό καλπασμού του Ίππου και την κίνηση του χεριού του, ενώ πάντα κρατούσε το βλέμμα επί του στόχου. Για το αγώνισμα του έφιππου στοχαστικού ακοντισμού ήταν απαραίτητη η οξεία όραση του Ιππέως, το δυνατό χέρι του και ο καλός συντονισμός των κινήσεών του, με καλοδεχούμενη την όσο το δυνατόν καλύτερη σωματική του ευλυγισία ώστε το σώμα του να «ακολουθεί» αρμονικά την κίνηση του χεριού του αλλά και του Ίππου του κατά την ρίψη, ώστε να μη χάνεται η ισορροπία του «καθίσματος».



    
Τεχνικές Ακοντισμού


Εκηβόλος Ακοντισμός

     Σύμφωνα με πολλές παραστάσεις αγγείων, το ακόντιο ρίχνοταν από ένα σταθερό σημείο, πιθανόν στην αφετηρία του Σταδίου, που ονομαζόταν "βαλβίς". Η απόσταση από την αρχή του στίβου ως αυτό το σημείο, άφηνε χώρο στον αθλητή να κάνει μερικά βήματα πριν το πετάξει. 



     Το ακόντιο έπρεπε να πέσει μέσα σε μια περιοχή που ήταν καθορισμένη από τρεις πλευρές, ενώ η ρίψη ήταν άκυρη εάν έπεφτε έξω από αυτή την περιοχή. Κρατώντας το ακόντιο κοντά στο κεφάλι του και με την αιχμή λίγο προς τα κάτω, ο αθλητής έστρεφε το σώμα στην κατεύθυνση της βολής και ξεκινούσε το τρέξιμό του. Μερικά βήματα πριν από τη βαλβίδα, τραβούσε το δεξί του χέρι πίσω και έστρεφε το σώμα και το κεφάλι προς τα δεξιά. Συγχρόνως έκανε με το δεξί πόδι ένα σταυρωτό βήμα πάν από το αριστερό και έφερνε το αριστερό χέρι προς τα πίσω για να βοηθήσει τη στροφή. Αμέσως μετά, λυγίζοντας ελαφρά τα γόνατα, τέντωνε το αριστερό του πόδι μπροστά, για να ανακόψει τη φορά της κίνησής του και από αυτή την τελική θέση βολής εκτίναζε το ακόντιο πάνω από το κεφάλι του, μένοντας πίσω από τη βαλβίδα εκτόξευσης.  Αυτή είναι η ίδια τεχνική ρίψης που χρησιμοποιούν οι ακοντιστές και σήμερα.




Στοχαστικός Ακοντισμός

     Η τεχνική ρίψεως ακοντίου ξεκινά με την διάνυση από τον ακοντιστή 8-12 ολοένα και περισσότερο επιταχυνόμενων βημάτων,  κρατώντας το ακόντιο επάνω από το ύψος των ώμων ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη ενέργεια ρίψεως. 



     Έπονται τα πέντε τελευταία βήματα, όπου ο ακοντιστής τείνει το χέρι του προς τα μπρος και στρέφει τον αριστερό ώμο προς την κατεύθυνση ρίψης. Στα τρία τελευταία βήματα εκτελεί μια «ψαλιδωτή» κίνηση με τα πόδια έτσι ώστε να έρθει στην τελική θέση ρίψης. Εδώ, θα σπρώξει με το δεξί πόδι επάνω και εμπρός, και η ώθηση αυτή μεταφέρεται στη λεκάνη, στον κορμό, στον ώμο, στον αγκώνα και τελικά στην παλάμη που απελευθερώνει το ακόντιο.



Στη Σχολή των "Ελλήνων Κενταύρων"

     Η ιδιοτυπία της εκπαιδεύσεως της Έφιππης Τοξοβολίας επιτάσσει την καθιέρωση στη Σχολή μας τόσον του ακοντίου όσον και του δόρατος διότι η εξάσκηση σε αυτά διαμορφώνει όχι μόνον ευκαμψία κορμού και βελτίωση χειρισμών αλλά και βέλτιστο συντονισμό κινήσεων με αποτέλεσμα την καλύτερη ισορροπιστική ευστάθεια του Ιππέως.


     Ο ασκούμενος ξεκινά πεζή με άοπλους βηματισμούς επ΄ ευθείας και προσομοιωτική "λαβή ακοντίου", αρχικώς βάδην με διαρκή επιτάχυνση και σε υποθετική εκτέλεση στοχαστικού ακοντισμού.


     Εν συνεχεία και αφού επιτευχθεί η προθέρμανσή του, εκτελεί, πάντοτε πεζή, τον στοχαστικό ακοντισμό ώστε η μυική "μνήμη" των εμπλεκομένων ομάδων αποκτήσει βάθος εγγραφής.


     Ακολουθεί εφίππευση και κανονικός έφιππος στοχαστικός ακοντισμός εν καλπασμώ του ασκουμένου.


     Η λαβή και χρήση του δόρατος (δορατισμός) διδάσκεται στη Σχολή μας πάντοτε πεζή, με έμφαση στην ακρίβεια αλλά και στην αντοχή.

Λεπτομέρεια του δόρατος 
της Σχολής των "Ελλήνων Κενταύρων"

     Η αποτελεσματικότητα των δορατισμών βελτιώνεται με την επικέντρωση στη στοχαστική διαδικασία αλλά και στην αυξανόμενη εμπηκτικότητα δια της συνεχούς αντικαταστάσεως του στόχου με ολοένα και σκληρότερης ύλης.

Λεπτομέρεια του δόρατος 
της Σχολής των "Ελλήνων Κενταύρων"

     Η συνδυαστική εξάσκηση σε ακοντισμό και δορατισμό είναι πολύ πλεονεκτική διότι ο μεν δορατισμός ενισχύει την εμπηκτική αποτελεσματικότητα ο δε ακοντισμός την στοχαστική με την αναπόδραστη αλληλεπίδραση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.