Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΤΥΜΠΑΝΟ
ΤΩΝ
«ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ»



Αφιερωμένο
στον Αρχηγό της Ομάδος μας Κωνσταντίνο Δαμιανάκη
και στον Υπαρχηγό Μάριο Ευθυμιάδη
οι οποίοι ασχολούνται με τα κρουστά.

     Σε όλους τους λαούς, η μυθολογία της μουσικής την ανάγει σε δώρο των θεών προς τον άνθρωπο. Η αφετηρία της χάνεται περίπου στο 10.000 π.χ.χ. όταν πρωτοεμφανίζεται η παράσταση ενός πήλινου σφαιροειδούς φλάουτου με πέντε οπές (οκαρίνα) όταν ο ίδιος ο άνθρωπος εμφανίζεται προ 100.000 ετών και με τις πρώτες οργανωμένες ανθρώπινες κοινωνίες να εμφανίζονται προ 8.000 ετών, σε μια εποχή κατά την οποία η πρόταξη του ενστίκτου μας πείθει ότι ο ήχος απετέλεσε, πρωτίστως, έναν μαγικό εξορκισμό για την προστασία του ανθρώπου και της καθημερινής ζωής του.


     Από καταβολής της, λοιπόν, η μουσική υπήρξε μία βασική εκδήλωση εσωτερισμού της ανθρωπότητος και υπηρέτησε, όπως και μέχρι σήμερα υπηρετεί, τις παραμέτρους ενός ζωτικού ελιξηρίου για την υποστήριξη του ανθρώπινου ψυχισμού.


     Η δεδομένη κινητικότητα του σύμπαντος αποτελεί και το υπαρξιακό πλαίσιο της μουσικής την οποία συνθέτουν δονήσεις. Μέσα σε ένα σύμπαν το οποίο αποτελεί ένα αλληλένδετο πλέγμα στο οποίο κάθε κίνηση τμήματος μεταδίδει κυματισμούς κινήσεων σε όλο το πλέγμα, είναι φυσικό να ορίζεται ως ανύπαρκτη η τελεία άυλη δημιουργία στην οποία και μόνον απουσιάζει κάθε ένδειξη κινήσεως. Έτσι, ένα σύμπαν συνεχώς κινούμενο από μυριάδες κινήσεων περιοχών οι οποίες προσπαθούν να αποκαταστήσουν το αποτέλεσμα μιας τελείας ακινησίας τελεί σε διαρκή κινητικότητα (τα πάντα ρει) η οποία παράγει δονήσεις οι οποίες τείνουν προς το ιδανικό της ήρεμης ακινησίας. Και αυτό ακριβώς είναι η μουσική, η φυσική προσπάθεια ανασυνθέσεως δονήσεων (ήχοι) οι οποίες επηρεάζουν την ψυχή του ανθρώπου κατευθύνοντάς την προς τελειότητα μιας ισορροπημένης ηρεμίας με το, επιπρόσθετο, στοιχείο του ρυθμού, ήτοι, της μετρικής αλληλοδιαδοχής των δονήσεων.


     Εάν η ανασύνθεση των δονήσεων δεν είναι επιτυχής για τον ανθρώπινο ψυχισμό το αποτέλεσμα δεν τείνει προς την ισορροπημένη ηρεμία αλλά την καθηλώνει στην διατήρηση της κινητικής διαταραχής της (θόρυβος, ηχορύπανση κλπ). Και, εάν ο ρυθμός δεν είναι επιτυχής το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο αρνητικό για τον ανθρώπινο ψυχισμό. Οπότε, ήχος (δόνηση) και ρυθμός θα πρέπει να συνδέονται με συμπίπτουσα ευστοχία (αρμονία) ώστε να προσδοκάται ένα θετικό αποτέλεσμα.


     Η υλική υπόσταση του ανθρωπίνου σώματος δεν είναι παρά μία ενότητα αλληλένδετων μικροσυμπαντικών συστημάτων που όλα μαζύ δονούνται σε ένα υγρό περιβάλλον έγκλειστο μέσα σε ένα εξωτερικό πορώδες περίβλημα. Η διαρκής κίνηση όλων αυτών των μικροσυμπαντικών συστημάτων του ανθρώπινου σώματος παράγει δονήσεις (ήχους) και οι δονήσεις αυτές υπάρχουν ακόμη και μέσα ένα ανθρώπινο κύτταρο, ασχέτως εάν ούτε το ανθρώπινο αφτί ούτε καν η τεχνολογία δεν μπορεί να τις συλλάβει. Έτσι, ως η πρώτη φυσική …μουσική ορχήστρα θα μπορούσε να θεωρηθεί το ίδιο το ανθρώπινο σώμα πολύ πριν την εμφάνιση της ανθρωποκατασκεύαστης …πήλινης οκαρίνας, με τον ίδιο τον άνθρωπο να βιώνει κάτι που συχνά δεν το ακούει: τον ήχο και τον ρυθμό.


     Αν και εν πολλοίς ακατάγραπτη, η μουσική συνείδηση του ανθρώπου είναι ο «αρχιτέκτων» των, επέκεινα, μουσικών δημιουργημάτων του προ των οποίων ο ίδιος, από καταβολής του, κατάφερε να αναπτύξει και έναν εκπληκτικό ενδοσωματικό βιοσυντονισμό με κυρίαρχη την παραγωγή εγκεφαλικών κυμάτων τα οποία οφείλονται στην ταλάντωση (δόνηση) των ηλεκτρομαγνητικών πόλων των ημισφαιρίων του εγκεφάλου γενεσιουργό αίτιο του ανθρωπίνου αιθερικού σώματος, αλλά και εκείνου του συναισθηματικού και νοητικού τα οποία, αν και πολλοί αμφισβητούν εν τούτοις τεκμαίρουν οι γνώστες μυστικιστές.


     Έτσι, όπως ολόκληρο το σύμπαν τελεί υπό το κράτος και τις επιπτώσεις ενός κοσμικού συντονισμού ούτω πως και ο άνθρωπος τελεί υπό, εν σμικρώ, αντίστοιχες συνθήκες και η όποια επέμβαση επί του κρατούντος συντονισμού –δι οιουδήποτε τρόπου- καταφέρει θετικές ή αρνητικές μεταβολές.


     Απομονώνοντας την λέξη της παραπάνω παραγράφου «μεταβολές» και, μάλιστα, μεταβολές επί τα βελτίω, απτόμεθα πλέον του μεγίστου ωφελήματος που μπορεί να έχει η μουσική ως θεραπεύουσα την ψυχή αλλά και το σώμα του ανθρώπου.


     Ήδη η σημαντικότητα των ήχων στη ζωή και στο θάνατο του ανθρώπου είναι γνωστή από τον σουάμι Ράμα ο οποίος, στο βιβλίο του «Living with the Himalayan Masters» γράφει ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της σωματικής απελευθερώσεως (θανάτου) σουάμι ινδουιστών οι οποίοι εγκατέλειψαν το υλικό τους σώμα ενώ διαλογίζονταν ψέλνοντας «Ομ» εγκαταλείποντας τα σαρκία τους άψυχα και άηχα. Ο ήχος συνδέεται, λοιπόν, με την ζωή και μεταβάλλει την ποιότητά της, οπότε, κατά τεκμήριο μπορεί να αποτελέσει και εφαλτήριο βελτιώσεώς της δια της θεραπευτικής επιδράσεώς του στον άνθρωπο.



     Οι τεχνικές θεραπευτικής επιδράσεως του ήχου στον άνθρωπο είναι δύο: η εσωτερική και η εξωτερική. Κατά την εσωτερική χρησιμοποιείται η φωνή του ανθρώπου ως μέσον παραγωγό θεραπευτικών ήχων ενώ κατά την εξωτερική χρησιμοποιούνται μουσικά όργανα ή άλλα ηχοπαραγωγά μέσα.


     Το τύμπανο, λοιπόν, αποτελεί ένα από τα μουσικά όργανα τα οποία συνιστούν την εξωτερική τεχνική για την ανθρώπινη μουσικοθεραπεία και είναι το βασικότερο των κρουστών αποτελούμενο από μία λεπτή δερμάτινη, ελαστική, μεμβράνη τεντωμένη επί του ανοίγματος ενός στρογγυλού σώματος το οποίο είναι περίκλειστο και ονομάζεται αντηχείο. 


     Στην περίπτωση όμως, του αντιστοίχου οργάνου το οποίο χρησιμοποιούμε στην ομάδα μας, το οποίο δεν διαθέτει περίκλειστο αντηχείο και είναι απλώς ένα ρηχό μεμβρανόφωνο το οποίο είναι πάντοτε ανοικτό στο κάτω μέρος, κατά κανόνα στρογγυλό και σπανίως πολυγωνικό ή τριγωνικό, επικαλούμεθα καταχρηστικώς την ονομασία του τυμπάνου.


     Η πρόκληση ηχητικής αντιδράσεως στα τύμπανα γίνεται με διάφορα μέσα, όπως τα γυμνά δάκτυλα (στα ινδικά τάμπλα), το γυμνό χέρι (στο αφρικανικό ντζέμπε) ή με κρούστα (ή, μπακέτα).


     Οι ήχοι του τυμπάνου (δονήσεις) μπορεί στα «μάτια» (ακρόαση) του αδαούς να αποτελούν την επανάληψη ενός και του αυτού μουσικού φθόγγου (ήχου) και μόνον ο ρυθμός να κάνει στο μουσικό αποτέλεσμα τη «διαφορά», όμως, στη πραγματικότητα αυτό το αρχέγονο μουσικό όργανο κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζεται από ηχοπενία και κάθε εκτελεστής του γνωρίζει τρόπους ώστε να αποδίδει με αυτό μία μεγάλη κλίμακα ήχων ώστε να αποφεύγεται η όποια μονοτονία που θα μπορούσε να το ευτελίσει ως, απλώς, θορυβοποιό ή ηχορυπαντικό μέσο, ενώ ο σεβασμός στη παράμετρο του ρυθμού τα αναδεικνύει σε γόνιμο ψυχαγωγικό (άγον ψυχή, ή, ψυχικό αγωγό) βοήθημα.


     Το τύμπανο το οποίο χρησιμοποιούμε στις Προπονήσεις μας συγγενεύει με τα τύμπανα των ανιμιστικών (σαμανικών) παραδόσεων και κρούεται με ξύλινη κρούστα επενδεδυμένη με φυσικό δέρμα ή φυσικό μέλος ζώου (γυμνό οστό ή φυσικό άκρο) αναλόγως την στιγμή. Έτσι σε στιγμές όπου απαιτείται η εγρήγορση προτιμούμε οξύτητα ήχου (γυμνό οστό ή φυσικό άκρο) ενώ σε στιγμές αυτοσυγκεντρώσεως και διαλογισμού οι βαθείς ήχοι (κρούστα επενδεδυμένη με φυσικό δέρμα, ή χέρια / δάκτυλα) είναι προτιμητέοι.   


     Με το τύμπανο στις προπονητικές ημερίδες μας μπορεί να δίνουμε απλό παράγγελμα, να συνθέτουμε ρυθμό παραγγελμάτων ή και να επιδρούμε στον ψυχισμό των Συνασκουμένων θεραπευτικώς, αφαιρώντας εντάσεις και ενισχύοντας την εσωτερική ισορροπία τους. Όλα τούτα εξαρτώνται από την προσωπική εξάσκηση του χειριστή του τυμπάνου, τη βιωματική μουσική εμπειρία του και τη συγκεκριμένη στιγμή, ενώ, όσοι χειριζόμαστε το τύμπανο κατά την διάρκεια ομαδικών ασκήσεων θα πρέπει να συντασσόμεθα με την επιταγή ώστε ο τελικός ήχος να είναι θεραπευτικός για τους μετέχοντες.


     Η προαναφερθείσα  ε γ ρ ή γ ο ρ σ η  είναι η πλέον σύνθετη τυμπανιστική έκφραση και  ταυτίζεται, κυρίως, με εκείνη την κατάσταση μεταβάσεως στην έκσταση που χαρακτηρίζει τον ανιμιστικό (σαμανικό) τυμπανισμό προκειμένου να επιτευχθεί η διασύνδεση με την πνευματική διάσταση της πραγματικότητος. 


     Εν προκειμένω, ο ρυθμός είναι επαναλαμβανόμενος αρχίζοντας από χαμηλούς τόνους εκ των οποίων εκτείνεται σε μία βαθμιαίως αυξανόμενη ένταση ρυθμού τριών έως επτά κρούσεων το δευτερόλεπτο, κάτι που ενθέτει «φως»σε καταστάσεις βαθιάς εκστάσεως και υπηρετεί σημαντικά της ανιμιστικές (σαμανιστικές) τεχνικές του «ταξιδιού» προς την μαντεία. Και όταν ο τυμπανιστής σε μια τέτοια στιγμή φθάσει στο ποθητό αποτέλεσμα, απλώς, επανέρχεται βαθμιαίως σε αργούς ρυθμούς συμπαρασύροντας σε μία λυτρωτική «προσεδάφιση» την συνείδηση επί ομαλού επιπέδου. 


      Αντιθέτως, σε στιγμές  δ ι α λ ο γ ι σ μ ο ύ  και  α υ τ ο σ υ γ κ ε ν τ ρ ώ σ ε ω ς  οι ήχοι θα πρέπει να είναι βαθείς, με ποικίλο ηχόχρωμα μεν, κάτι που εξαρτάται από το αισθητήριο και την ικανότητα του τυμπανιστή αλλά και την «απόχρωση» της περιστάσεως, αλλά χωρίς διεγερτικές μεταβολές στο ρυθμό των κρούσεων. 


    Εν συνάψει, το τύμπανο των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» αποτελεί ένα ακόμη βοήθημα ιαματικής επιδράσεως στη ψυχική υγεία των Συνασκουμένων και η ωφελιμότητά του επαφίεται στην μουσική συνείδηση, το αισθητήριο αλλά και την χειριστική ικανότητα του εκάστοτε χρήστη του, λόγος για τον οποίο όλοι οι «ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ» θα πρέπει να μάθουν να το χειρίζονται σωστά και συχνά. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.