Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

AΣΚΗΣΗ 
ΟΡΘΟΥ ΙΠΠΙΚΟΥ «ΚΑΘΙΣΜΑΤΟΣ»


     Η επιτυχής διδασκαλία της Ιππικής, σε όλες τις ιππικές Σχολές, θεμελιώνεται στο ορθό «κάθισμα» του Ιππέως. Αυτό το «κάθισμα» είναι το «Α» και το «Ω» επάνω στην ορθότητα ή μη του οποίου οροθετείται ολόκληρη η υπόλοιπη ιππική διδασκαλία! Και σε αυτό τον απαράβατο κανόνα εδράζεται και η διδασκαλία της Σχολής των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» η οποία, μάλιστα, εφαρμόζει ειδικώς μελετημένες ασκήσεις για την επίτευξή του.


     Η Σχολή των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» από την αρχή της λειτουργίας της δεν αρκείται στην Εκπαίδευση των μαθητών της βάσει των αρίστων «σταθερών» που θεωρούνται ως καθιερωμένες στην Ιππική, αλλά ενθαρρύνει τους Εκπαιδευτές της στην έρευνα και εφαρμογή συγκεκριμένων βελτιώσεων των όσων παραδεδεγμένων με έμφαση στην ασφάλεια της Εκπαιδεύσεως αλλά και τη βελτίωση μαθητών, Ίππων και Εκπαιδευτών, ταυτοχρόνως! Αυτό συμβαίνει και στη βελτίωση των τακτικών διδασκαλίας του ορθού «καθίσματος» με την εφαρμογή μιας βασικής ασκήσεως την οποία εφαρμόζουμε σε κάθε ευκαιρία και η οποία παρουσιάζεται εν συνεχεία.


     Στην Έφιππη Τοξοβολία είναι αυτονόητο ότι προσεγγίζονται κι εναρμονίζονται δύο πολεμικές τέχνες, η Ιππική και η Τοξοβολία, έτσι δε, το κάθε τι σ’ αυτή την κορυφαία, συνδυαστική, πολεμική τέχνη σταθμίζει και υπηρετεί τον συνδυασμό των απαιτήσεων των δύο συνθετουσών παραμέτρων της ώστε να επιτευχθεί άριστο εφιπποτοξοτικό αποτέλεσμα.


     Κατ’ αρχήν, στην Ιππική εκπαιδεύουμε τον μαθητή ώστε καθ’ όλη την διάρκεια της ιππεύσεώς του να διατηρεί το «κάθισμά» του μέσα στο πλαίσιο του οριζομένου ως «ευσταθούς», ήτοι, μέσα στο όριο του κέντρου βάρους του, αλλά αυτό αποτελεί μόνον την αρχή διότι αυτό και μόνον σημαίνει «έδρα». Το επόμενο βήμα ευσταθείας είναι η ισορροπιστική διαχείριση κεφαλής, αυχένος και κορμού η οποία θα κρίνει την τελική βαθμολόγηση του ορθού «καθίσματος». Η εύτακτη διαχείριση όλων αυτών των συνθετουσών παραμέτρων δεν συντελεί , απλώς στην ισορροπία του Ιππέως αλλά τον διευκολύνει και στην ταχύτερη και ακριβέστερη ανταπόκριση των αντανακλαστικών τόξων του, αλλά και των αντανακλαστικών αποσύρσεως, σε κάθε περίπτωση και, ιδιαιτέρως, στις πλέον αιφνιδιαστικές εξ αυτών με «αντίδωρο» την παραμονή του στην ράχη του Ίππου του.


     Αυτή η, συνεχής, ισορροπιστική συνδιαχείριση κεφαλής, αυχένος και κορμού στην Ιππική είναι οίκοθεν νοουμένη αφού η ίππευση δεν αποτελεί μία «ευθεία και οριζοντία» (για να χρησιμοποιήσουμε την …αεροπορική ορολογία) αλλά ένα άθροισμα ισορροπιστικών μεταβολών συναρτήσει του επιπέδου και της ταχύτητος του διανυομένου ίχνους.


     Και επ΄ αυτού του αθροίσματος των ενδεχομένων ισορροπιστικών μεταβολών κατά την διάρκεια μιας φυσικής ιππεύσεως, η εκπαιδευτική πρόνοια του προγράμματος της Σχολής των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» επινοεί πλείστα όσα σενάρια ώστε να αποδώσει στην Ιππική αρίστους Ιππείς και αρίστους Εφιπποτοξότες, κάτι για το οποίο είμαστε υπερήφανοι, «εισπράττοντας» συχνά τους επαίνους διεθνών Διδασκάλων! Έτσι, από τα πρώτα μαθήματά τους οι μαθητές μας επιτυγχάνουν το ορθό «κάθισμα» υφ’ όλα τα ενδεχόμενα ιππεύσεως των οποίων επιδιώκεται συνεχής αναπαράσταση κατά την διάρκεια της Εκπαιδεύσεώς μας.


     Σε ό,τι αφορά στη Τοξοβολία, τώρα, είναι κατανοητή η μεταβλητότητα των παραμέτρων ισορροπίας του Ιππέως όταν αναλαμβάνει προς χρήση το τόξο του. Όχι απλώς η αναγκαστική εγκατάλειψη της ηπίας «στηρίξεως» που παρέχουν, σε κάθε περίπτωση οι ηνίες, αλλά οι όλες διαδικασίες του φέρειν και χρησιμοποιείν το τόξο καθιστούν τον Ιππέα υποκείμενο διαδοχικών ισορροπιστικών μεταβολών (πολλές από τις οποίες και αποστηρικτικές) τις οποίες καλείται συνεχώς να αντισταθμίσει δι επιτυχών αντανακλαστικών αποσύρσεων. Το ευτύχημα είναι ότι τόσο στην Ιππική όσο και στην Τοξοβολία η ισορροπιστική συνδιαχείριση κεφαλής, αυχένος και κορμού συμπίπτει απολύτως.


     Εάν προσέξουμε το παραπάνω διάγραμμα της ευθείας γραμμής που σχηματίζεται από την έλξη της χορδής κατά την τόξευση, θα παρατηρήσουμε ότι η κεφαλή, ο αυχένας και ο κορμός εξακολουθούν να σχηματίζουν μία κάθετη ευθεία, όπως και στην ίππευση. Άρα, οι δύο πολεμικές τέχνες που απαρτίζουν την Έφιππη Τοξοβολία έχουν κατά τούτο το κοινό ισορροπιστικό στοιχείο, την τήρηση της καθετότητος του «καθίσματος» υπηρετούντος ταυτοχρόνως και την ίππευση και την τόξευση, τότε δε το αποτέλεσμα είναι απολύτως ασφαλές, αρμονικό κι εύστοχο!


     Προς εμπέδωση στη μυοσκελετική μνήμη του Ιππέως αυτής της, διαρκώς, απαιτούμενης ισορροπιστικής συνδιαχειρίσεως καθετότητος κεφαλής, αυχένος και κορμού, στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Σχολής των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» εφαρμόζεται με απόλυτην επιτυχία η παρακάτω άσκηση την οποία, ευγενώς, μας επιδεικνύει ο ηθοποιός Γιάννης Δρίτσας (Εταίρος της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΦΙΠΠΟΤΟΞΟΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ» και Μέλος της Ομάδος μας):



     Μπροστά σε μία λεία κάθετη επιφάνεια τοίχου στεκόμαστε όρθιοι ακουμπώντας επάνω της το πίσω μέρος της κεφαλής, τους ώμους, τα ισχία και τις πτέρνες οι οποίες είναι συνενωμένες. Με τα χέρια χαλαρά «κρεμασμένα» προς τα κάτω, ξεκινάμε με ακροστασία την οποία ακολουθεί προς τα κάτω ολίσθηση (βαθύ «κάθισμα») πάντοτε με όλα τα σημεία του σώματος που προανεφέρθησαν σε επαφή με την επιφάνεια του τοίχου και με προσοχή ώστε να μην επιβαρύνουμε τα γόνατα με βεθύτερη κάμψη απ΄ ό,τι επιτρέπει η μυοσκελετική δομή κάθε ασκουμένου.


     Την ίδια άσκηση εκτελούμε με τα χέρια υπό γωνία 90 μοιρών των πήχεων, στη πρόταση, στην έκταση και, τέλος, στην ανάταση «κολλώντας» τους βραχίονες στα αφτιά, φροντίζοντας σταθερά να είμαστε σε επαφή με την επιφάνεια του τοίχου κατά τα μέρη του σώματός μας που προαναφέραμε και με τις πτέρνες πάντοτε συνενωμένες. Σε μία πιο προχωρημένη εκτέλεση αυτής της ασκήσεως, κλείνουμε τα μάτια του ασκουμένου με ένα μαντήλι ώστε να αναπτύξουμε την κιναισθητική του ακόμη καλύτερα!


     Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι ακολουθώντας το σύστημα της Φυσικής Ιππικής κατά την υπηρέτηση μιας αρχέγονης πολεμικής τέχνης όπως η Έφιππη Τοξοβολία δεν υπηρετούμε παρά την φυσιολογία τόσον του Ίππου όσον και του Ιππέως, εν προκειμένω δε υπηρετούμε την φυσιολογία της σπονδυλικής στήλης η οποία αποτελεί τόσο ζωτικό σημείο ορθοπεδικής υγείας για τον Άνθρωπο. Με την, ως άνω, δεν ευνοείται απλώς ο Ιππέας αλλά ο οιοσδήποτε την εφαρμόζει επιτυγχάνοντας ορθοπεδική ευθυτένεια του κορμού, όπως ακριβώς επιτάσσει η ανθρώπινη υγιεινή.


     Κι έτσι, ο εκπαιδευόμενος στη Σχολή των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» δεν εξελίσσεται ως ένας άριστος Εφιπποτοξότης αλλά και ως ένα υγιές άτομο, όπως ακριβώς πρέπει να είναι ένας πολεμιστής, ένας χειριστής όπλων εκ των οποίων κρίνονται ένοχοι αλλά και …αθώοι.



     Η άσκηση αυτή αποτελεί ακόμη μία πολλαπλώς ωφέλιμη διαδικασία η οποία τεκμηριώνει την υγιεινή της Έφιππης Τοξοβολίας και «πιστοποιεί» την Σχολή των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» ως ένα πραγματικό φυσικό γυμναστήριο και όχι ως μία κοινή Σχολή Ιππικής.




ΜΙΑ ΑΙΧΜΗ ‘YAJIRI’ ΤΟΥ 18ου ΑΙΩΝΟΣ



     Μία ιαπωνική πολεμική αιχμή βέλους του 18ου αιώνος [yajiri] τύχη αγαθή προσέθεσε στη μουσειακή συλλογή της «ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΦΙΠΠΟΤΟΞΟΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ».



     Η αιχμή, αφού συντηρήθηκε και προστατεύθηκε από μελλοντική φθορά χρόνου, τοποθετήθηκε σε μόνιμη βάση ίδια με τις υπόλοιπες βάσεις αιχμών της μουσειακής μας συλλογής και βρίσκεται στη διάθεση ιστορικών μελετητών.




Η «ΧΑΛΙΝΩΣΗ» ΤΗΣ ΚΑΜΗΛΑΣ
ΣΤΗ ΜΟΓΓΟΛΙΑ



     Η χαλίνωση της Καμήλας στη Μογγολία (αλλά και σε άλλες περιοχές της Ασίας και του υπόλοιπου Κόσμου)δυστυχώς, δεν μαρτυρά και την πλέον ουμανιστική προσέγγιση. Ειδικώς εδώ, όπου οι τοπικές συνθήκες επιβιώσεως δεν επιτρέπουν την επινόηση και χρήση ηπιότερων μεθόδων, η χαλίνωση της Καμήλας προκαλεί, ιδιαιτέρως, αλγεινά συναισθήματα.


     Στην ουσία, πρόκειται περί μιας διαμπερούς διατρήσεως των άνω χειλέων της από έναν ξύλινο διεμβολέα ο οποίος, στο ένα του άκρο είναι αιχμηρός με φαλλόσχημη απόληξη όπου εγκαθίσταται το σχοινί έλξεως και στο άλλο του έχει σχήμα «ύψιλον» ώστε η διαμόρφωση να αποτρέπει την διολίσθησή του προς το αντίθετο μέρος απ΄ όπου και η έλξη.


     Ο ιδιότυπος αυτός χαλινός (μετά τις ευνόητες αρχικές διαδικασίες εγκαθιδρύσεώς του…) είναι αυτονόητο το πόση οδύνη προκαλεί στο ζώο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του



     Παρά ταύτα, η στωϊκότητα αυτού του πλάσματος που συμπορεύθηκε –κι αυτό!- με τον Άνθρωπο, όπως ακριβώς κι ο Ίππος, το κάνει να υπομένει τη μοίρα που αυτή η «συνεργασία» του επεφύλαξε!





Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΡΟΟΔΟΣ


     Ο Αρχηγός της Ομάδος των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» Αρπάλυκος, αψηφώντας αποστάσεις και υψηλές θερμοκρασίες, εργαζόμενος σε δύο διαφορετικές εγκαταστάσεις ανέδειξε δύο, ακόμη, Ίππους σε άψογους συνεργάτες Έφιππης Τοξοβολίας, ενώ επικεντρώνεται και στην ανάπτυξη ακόμη δύο ικανών μαθητών οι οποίοι, συνεχίζοντας με τους ίδιους ρυθμούς, σε λίγο χρόνο θα μπορούν να προχωρήσουν στη πρώτη εξέτασή τους. 


     Οι μαθητές του Αρπάλυκου (και δεν αναφέρομαι στους …τετράποδους!) «κάθισαν» πάρα πολύ καλά και προχωρούν αλματωδώς στο χειριστικό μέρος της Ιππικής ώστε, με το άψογο σύστημα του Αρπάλυκου, καθημερινώς να προοδεύουν με ασφάλεια και διασκέδαση!


     Υπό την γενική επιμέλεια της Υπαρχηγού της Ομάδος μας και Εκπαιδεύτριας Χαράς Πολυζοπούλου, αυτό το καλοκαίρι στη Κοιλάδα των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» τα μαθήματα Έφιππης Τοξοβολίας δε σταμάτησαν ούτε για μια στιγμή! Δύο ακόμη μαθητές της Χαράς, ο Αντώνης και η Κατερίνα, μέσα σε ελάχιστα μαθήματα είναι, πια, έτοιμοι για τη πρώτη εξέτασή τους.


     Παρά τη διαφορά φύλου και ηλικίας, όπως ισχύει κατά κανόνα στην Ομάδα μας και οι δύο ανεδείχθησαν σε άφοβους Ιππείς και έφιππους μαχητές με αδιάψευστο κριτή το φωτογραφικό υλικό του τελευταίου μαθήματός τους.


     Και στους «ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥΣ» ένα ανήλικο παιδί μπορεί να ανελιχθεί σε έναν γενναίο έφιππο πολεμιστή όπως ακριβώς στους πολεμικούς λαούς όπου το κάθε μέλος είχε ως καθήκον την υπεράσπιση της ακεραιότητος της πατριάς!


     Tα μαθήματα αυτού του καλοκαιριού στη Κοιλάδα των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» ανέδειξαν και έναν, ακόμη, Εκπαιδευτή ο οποίος σύντομα θα απαλλαγεί από την διάκριση του «υπό επίβλεψη». Πράγματι, ο Γεώργιος Τροβάς, ανεδείχθη σε έναν ασφαλή, μεθοδικό και αποτελεσματικό Εκπαιδευτή, ήδη με μεγάλη εμπειρία, αντάξιος του Αρπάλυκου και της Χαράς, ώστε να μπορεί, πλέον, να εκπαιδεύει χωρίς να επιβλέπεται.


     Στη Κοιλάδα, η Eκπαίδευση διεξάγεται ολοένα και πιο δυναμικά, με τους Ίππους-Δασκάλους να χαίρονται μαζύ με τους μαθητές το δυναμισμό μιας έφιππης πολεμικής τέχνης όπως η Έφιππη Τοξοβολία. H τελεία μεταδοτικότητα των Εκπαιδευτών των εκπαιδευτικών απαιτήσεων προς τους Ίππους-Δασκάλους, έφερε το απίστευτο αποτέλεσμα (π.χ.) ένας Ίππος αμαξηλάτης, όπως ο Ποσειδώνας μας, να εξελιχθεί σε έναν ταχύτατο πολεμιστήριο Ίππο χωρίς καμία υστέρηση στο παράγοντα «ασφάλεια» που απαιτείται στη δραστηριότητά μας και τον οποίο λαμβάνουμε υπ΄ όψη σε απόλυτη προτεραιότητα.


     Το προνόμιο των μαθητών μας να ασκούνται και να ιππεύουν σε ένα φυσικό περιβάλλον τους βοηθά ώστε με ασφάλεια και γρήγορα να εμπιστεύονται τον εαυτό τους και τον Ίππο τους κι αυτό έγινε αντιληπτό και κατά τα μαθήματα αυτής της καλοκαιρινής περιόδου.


     Η ποιότητα του εκπαιδευτικού περιεχομένου του συστήματος των «ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ» είναι σταθερά αισθητή στην ίππευση των μαθητών μας οι οποίοι ιππεύουν με την ίδιαν άνεση τόσο εντός Ιππευτηρίου όσο και εκτός αυτού, στο φυσικό έδαφος όπου μπορεί να κινηθεί ένας Ίππος. Κι αυτό το καλοκαίρι η φυσικότητα και η απλότητα που αποτελούν τις βασικές παραμέτρους της Εκπαιδεύσεώς μας ανέδειξαν ακόμη δύο εξαιρετικούς υποψήφιους Εφιπποτοξότες, τον Αντώνη και την Κατερίνα.



     Καθαρά στρατιωτική η ίππευση του Αντώνη, με άψογο «κάθισμα», τέλειους χειρισμούς και μαχητική ψυχολογία, αντανακλά το «κέφι» της εφορμήσεως στον ίδιο τον Ίππο του ο οποίος παραμένει «γεωμετρημένος» (όπως κι ο αναβάτης του) αναπτύσσοντας πολύ υψηλές καλπαστικές ταχύτητες αν και η «αμαξηλατική» προέλευσή του ποτέ δε πιστεύαμε ότι θα του το επέτρεπε…



     Αλλά και η μικρούλα Κατερίνα, με αξιοπρόσεκτη μαχητικότητα, ευστοχία κινήσεων και τελειότητα «καθίσματος», υπό την διδασκαλία του Γεωργίου εξισώνεται, ως έφιππη πολεμίστρια, με τον οποιονδήποτε άνδρα, ακόμη και στις δύσκολες ασκήσεις πολεμικού Ιππηλασίου! Αυτό το καλοκαίρι οι «ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΕΝΤΑΥΡΟΙ» χαρήκαμε τη πρόοδο των Συνασκουμένων μας που κάνουν ολόκληρη την Ομάδα μας να προοδεύει, με ουσία γνώσεων και ικανοτήτων και με επιμονή στο «είναι» και όχι, απλώς, στο «φαίνεσθαι»!






1000 ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ


     Ο μετρητής στατιστικών του Ιστολογίου μας, μόλις, μας έδειξε την ευχάριστη ένδειξη των 1000 δημοσιευμάτων! Από τον Σεπτέμβριο του      2010 μέχρι σήμερα 1000 δημοσιεύματα εφιπποτοξοτικού, ιστορικού, λαογραφικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, θρησκευτικού περιεχομένου. Κυρίως, πατριωτικού και πολιτικού αλλά ποτέ κομματικού, διότι άνευ Πατρίδος ουδεμία δραστηριότητα μπορεί να λάβει «χώρα», άνευ πολιτικής (κατ’ Αριστοτέλη) σκέψεως και προβληματισμού, ουδείς Πολίτης θεωρείται επαρκής και κομματικώς (δημοκρατικώς) φατριαζόμενος μπορεί να είναι μόνον όποιος δεν εννόησε τον Πλάτωνα! Η επισκεψιμότητα του Ιστολογίου μας και η ποιότητα των αναγνωστών μας, όπως προκύπτει από τα μηνύματά σας, μας ενθαρρύνει να συνεχίσουμε!


1η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ...


     Όχι, δεν πρόκειται για μία ακόμη αναφορά στη κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της εισβολής της Ναζιστικής Γερμανίας στη Πολωνία προκειμένου να διασωθούν οι Γερμανοί της λωρίδας του Γκτανσκ οι οποίοι εσφαγιάζοντο κατόπιν σχεδίου της τότε πολωνικής κυβερνήσεως σε εφαρμογή προγράμματος γενοκτονίας! Όλα αυτά είναι πολύ γνωστά και δεν χρειάζεται η επανάληψή τους και μόνον οι ανόητοι φαντάζονται ότι ένα πρωϊνό ξυπνώντας ο Χίτλερ απεφάσισε έναν ...πόλεμο! Σήμερα είναι η επέτειος μιας πολύ μεγαλύτερης τραγωδίας από τον ίδιο τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η οποία, όμως, υπήρξε φυσική επιλογή και όχι σχεδίαση ηλιθίων ανθρώπων. Την 1η Σεπτεμβρίου 1923, ένας τρομακτικός σεισμός ισοπέδωσε το Τόκυο καταστρέφοντας όχι απλώς μία ιστορική πόλη αλλά έναν μοναδικό Πολιτισμό που τον στερήθηκε ολόκληρη η Ανθρωπότητα! Έτσι, εν προκειμένω, δε θα ασχοληθούμε με το "σεισμογράφημα" της ανθρώπινης βλακείας, αλλά με ένα πραγματικό σεισμογράφημα όπως το απετύπωσε ο σεισμογράφος του Αυτοκρατορικού Πανεπιστημίου του Τόκυο, εκείνη την αποφράδα στιγμή...   


     Η επίσημη έκδοση του Αυτοκρατορικού Γραφείου Κοινωνικών Υποθέσεων με τίτλο "Ο μεγάλος σεισμός του 1923 στην Ιαπωνία" (1926) εισάγει τον αναγνώστη με την εξής παράγραφο: "1η Σεπτεμβρίου 1923 θα μένει χαραγμένη στη μνήμη κάθε Ιάπωνος ως μία εξέχουσα μέρα στην Ιστορία της Χώρας..."  Τότε, βεβαίως, ήταν φυσικό για τους Ιάπωνες να μη μπορούσαν να φανταστούν την εγκληματικότητα των Αμερικανών οι οποίοι, συνεχίζοντας τη γενοκτονία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, θα ανεδείκνυαν δύο επιπλέον μέρες ως ακόμη χειρότερες εκείνης του μεγάλου σεισμού: την 6η Αυγούστου 1945 με την μαζική πυρηνική δολοφονία του αμάχου πληθυσμού της Χιροσίμα και την 9η Αυγούστου 1945 με την, επίσης, μαζική πυρηνική δολοφονία του αμάχου πληθυσμού του Ναγκασάκι! Συνολικώς, 105.385 οι νεκροί του μεγάλου, αυτού, σεισμού ενώ στη Χιροσίμα σχεδόν 200.000 και κάτι ανάλογο και στο Ναγκασάκι. Η εγκληματικότητα και καταστρεπτικότητα του ανθρώπου σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να συγκριθεί με την οργή της Φύσεως!


     Δε θα "σταθούμε" σε θρήνους για χαμένους συνανθρώπους. Φθαρτό το σαρκίο, υποκείμενο στη καταστροφή!! Θα θρηνήσουμε ένα ανεκτίμητο μέρος του πανανθρώπινου Πολιτισμού που κατέρρευσε σε ερείπια... 


     Και, ασφαλώς, δε θα θρηνήσουμε εκείνες τις απέραντες εκτάσεις ερειπίων-δειγμάτων ενός σύγχρονου τεχνοκρατικού "Πολιτισμού", ή, άλλως, εκείνα τα πολιτισμικά δείγματα που μπορούν να αναστηλωθούν...


     ...Ούτε θα θρηνήσουμε μια σύγχρονη πόλη η οποία υπήρξε λαμπρό επίτευγμα ενός λαού που έμαθε να εργάζεται αδιάκοπα και, κυρίως, αγόγγυστα!


     Θα επιμείνουμε να θρηνούμε για εκείνα τα λαμπρά δείγματα ενός ανεπανάληπτου Πολιτισμού του οποίου η απώλεια θα αποτελεί μόνιμη θλίψη για όλη την Ανθρωπότητα: Την κατάρρευση του Ιερού Hachiman της Kamakura, του Ναού Yugyodera της Fujisawa και τόσων άλλων αγλαών ακτίνων ανθρώπινης σοφίας.


     Το Τόκυο οικοδομήθηκε και πάλι σε ελάχιστο χρόνο και από τότε πολλές φορές σωριάστηκε και ξανάνθισε μέσα στην ομορφιά του Ανατέλλοντος Ηλίου. Όμως, θα θυμόμαστε για πάντα εκείνα τα ερείπια της 1ης Σεπτεμβρίου 1923, όπως και τα ερείπια της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι με την ίδιαν ευλάβεια προς τα θύματά τους και την ίδια οργή προς τους θύτες τους, της Φύσεως εξαιρουμένης διότι αυτή, εκ των πραγμάτων, διακατέχει το ατιμώρητο. Όχι όμως και οι δολοφόνοι!



Η ΟΠΛΟΜΑΧΗΤΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ



Η Ελληνόγλωσση Οπλομαχητική Ορολογία

     Βασική προϋπόθεση κατανοήσεως κι εκμαθήσεως ενός αντικειμένου αποτελεί η , κατ’ αρχήν, εκμάθηση, κατανόηση και αφομοίωση της ακριβούς ορολογίας η οποία το αφορά. Δυστυχώς και στην Ελληνική γλώσσα, η αμιγής ορολογία της Οπλομαχητικής δεν αποτελεί ένα ενιαίο μόρφωμα αλλά συνιστά «άρθρωση» δανείων.

     Αν και η Ελλάδα λόγω του καθεστώτος της Οθωμανικής κατοχής δεν θα ήταν δυνατόν να έχει συμμετοχή στη διαμόρφωση εθνικής «Σχολής», εν τούτοις, πολύ αξιόλογοι Οπλοδιδάσκαλοι και Οπλομάχοι του 19ου αιώνος, στρατιωτικοί κυρίως, βοήθησαν ώστε , τουλάχιστον, να διαμορφωθεί μία εμπεριστατωμένη και ακριβής ορολογία σ’ αυτή την υψηλή τέχνη.

     Τα «δάνεια» αυτά προέρχονται από την Ελληνική στρατιωτική ορολογία, με πολλές αναπόφευκτες προσμίξεις των διαφόρων ξένων «Σχολών» που επέδρασαν στη διαμόρφωση της Ελληνικής Οπλομαχητικής. Και το θεμέλιο της Ελληνικής Οπλομαχητικής δεν ήταν δυνατόν παρά να τεθεί από τον πρώτο Οπλοδιδάσκαλο, Βαυαρό, Φίλιππο Μύλλερ, τον οποίο έφερε μαζύ του ο Μεγάλος Βασιλέας Όθων Α’ προκειμένου να διδαχθούν την Οπλομαχητική οι πρώτοι Αξιωματικοί του νεοσύστατου, τότε, Ελληνικού Στρατού.




     Ο Οπλοδιδάσκαλος Φίλιππος Μύλλερ υπήρξε και ο πρώτος συγγραφέας εγχειριδίου Οπλομαχητικής στην Ελληνική γλώσσα ( 1847 ).


     Ο δεύτερος μεγάλος «σταθμός» της ελληνικής Οπλομαχητικής υπήρξε ο στρατιωτικός Οπλοδιδάσκαλος Νικόλαος Πύργος (πατέρας του μετέπειτα -1896- Ολυμπιονίκου Λεωνίδου Πύργου) οποίος εξέδωσε τον Φεβρουάριο του 1872 την «ΟΠΛΟΜΑΧΗΤΙΚΗ» του, βασιζόμενος σε Γαλλικά συγγράμματα Οπλομαχητικής.

     Η διεθνής ορολογία της Οπλομαχητικής έχει διαγράψει μία «πορεία» ανάλογη με τις ευρωπαϊκές εθνικές «Σχολές» που κυριάρχησαν μετά την Αναγέννηση. Τη «χαρτογράφηση» αυτής της «πορείας» μας τη δίνει με μεγάλη ιστορική ακρίβεια η εισαγωγή του βιβλίου ενός σύγχρονου Οπλοδιδασκάλου του William M. Gaugler με τίτλο “FENCING TERMINOLOGY” (Έκδοση Laureate Press , 1997) η οποία παρατίθεται εν συνεχεία. Ο William M. Gaugler, γερμανικής καταγωγής αν και διακεκριμένος αρχαιολόγος ανεδείχθη και σε δεινό σπαθιστή αποδεικνύοντας ότι ο πράγματι ισορροπημένος Άνθρωπος μπορεί να συνδυάζει άριστα την θεωρητική του πλευρά με την πρακτική!

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΠΛΟΜΑΧΙΑΣ

     Η ορολογία της Οπλομαχητικής μεταβάλλεται από αιώνα σε αιώνα και από «Σχολή» σε «Σχολή», συχνά δε, ακόμη και μέσα στην ίδια την κάθε «Σχολή». Ως παράδειγμα, τόσο οι Ιταλοί όσο και οι Γάλλοι δάσκαλοι της Οπλομαχητικής χρησιμοποιούν έναν όρο ο οποίος προέρχεται από την κοινή «πηγή» της λατινικής γλώσσας «ligare» (ζευγνύω, συνδέω, ενώνω) που, στη μεν Ιταλική εξελίσσεται σε «legare» στη δε Γαλλική σε «lier». Αυτός ο βασικός οπλομαχητικός όρος κατά την σύγχρονη ερμηνεία του παρουσιάζει, σήμερα, μία σοβαρή ερμηνευτική δυσκολία στις δύο αυτές γλώσσες. Οι μεν Ιταλοί χρησιμοποιούν τον όρο αυτό για να προσδιορίσουν μία εμπλοκή ελασμάτων (legamento) ενώ οι Γάλλοι για να σημάνουν ένα «δέσιμο» (liement). Οι Γερμανοί μεταφράζουν τον ιταλικό όρο της «εμπλοκής» ως «Bindung» (bind) ενώ οι Άγγλοι χρησιμοποιούν τον όρο αυτό με την ίδια σημασία που του αποδίδουν οι Γάλλοι. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο λαμβάνοντας υπ όψη την σημασιολογική διαφορά μεταξύ του Ιταλο-Γερμανικού και Γαλλο-Αγγλικού προσδιορισμού του όρου «εμπλοκή». Για τους Ιταλούς και τους Γερμανούς ο όρος «εμπλοκή» σημαίνει τον κυριαρχικό έλεγχο επί του ελάσματος του αντιπάλου και, συγκεκριμένα, έλεγχο με το ισχυρό ή μεσαίο τμήμα του ελάσματός μας επί του ασθενούς τμήματος του αντιπάλου, ενώ, για τους Γάλλους και Άγγλους ο όρος «εμπλοκή» σημαίνει, απλώς, την επαφή των ελασμάτων.

     Ομοίως, διαφοροποιήσεις προκύπτουν και μέσα στην ίδια και την αυτή «Σχολή» με την πάροδο του χρόνου. Επί παραδείγματι, οι Ιταλοί Δάσκαλοι της Οπλομαχητικής κατά τον 17ο αιώνα, όπως και οι αντίστοιχοι Γάλλοι ομόλογοί τους, αναφέρονται συχνά σε έναν κυκλικό χειρισμό της λάμας που εκτελείται κατά τον χρόνο της απεμπλοκής από την αντίπαλη λάμα (contracavatione) ενώ οι σύγχρονοι διάδοχοί τους ορίζουν με τον όρο controcavazione μία προσποίηση που ακολουθείται από έναν εξαπατούντα κυκλικό χειρισμό της λάμας . Οι Γάλλοι Δάσκαλοι, αφ’ ετέρου, δυσκολεύονται να συμφωνήσουν μεταξύ τους, από τις αρχές του 19ου αιώνος, επί των όρων «redoublement» και «reprise».

     Όπως είναι γνωστό, oι πρώτες διασωζόμενες οπλομαχητικές μελέτες χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα και έχουν συγγραφεί από Δασκάλους όπως ο Achille Marozzo (1536), o Jeronimo De Carranza (1569), o Joachim Meyer (1570) και ο Henry De Sainct-Dadier(1573). Αυτοί οι Δάσκαλοι καθώρισαν το θεωρητικό πλαίσιο των τεσσάρων ευρωπαϊκών βασικών «Σχολών» του 16ου αιώνος : της Ιταλικής, της Ισπανικής, της Γερμανικής και της Γαλλικής «Σχολής».

     Με την διάδοση του πολιτισμού της Ιταλικής Αναγεννήσεως κατά τον 16ο και 17ον αιώνα, κάθε τι ιταλικό, συμπεριλαμβανομένης και της Οπλομαχητικής, έγινε ιδιαιτέρως δημοφιλές. Ως παράδειγμα θα μπορούσε να αναφερθεί η Γαλλική Βασιλική Οικογένεια η οποία προσέλαβε Ιταλούς Δασκάλους της Οπλομαχητικής όπως τους Pompee και Silvie, ενώ Γάλλοι και Γερμανοί Οπλοδιδάσκαλοι ταξίδευαν συχνά στην Ιταλία για να διδαχθούν από τους φημισμένους Ιταλούς Δασκάλους εκείνης της εποχής. Ως αποτέλεσμα υπήρξε η εισαγωγή της Ιταλικής οπλομαχητικής ορολογίας στο Γαλλικό και Γερμανικό λεξιλόγιο. Στην Γαλλία, προσαρμόσθηκε σύντομα η Ιταλική οπλομαχητική θεωρία και αφομοιώθηκαν οι Ιταλικοί οπλομαχητικοί όροι μετατρεπόμενοι σε Γαλλικούς, ώστε, στο τέλος του 17ου αιώνος αναπτύχθηκε μία αμιγής Γαλλική «Σχολή» Οπλομαχίας, ενώ στην Γερμανία διατηρήθηκαν μέχρι και τον 21ο αιώνα πολλοί Ιταλικοί όροι όπως «filo» και «battuta». Ωστόσο, η Ισπανική «Σχολή» Οπλομαχίας έπαυσε να υφίσταται ως αυτοτελής, ήδη, από την αρχή του 19ου αιώνος. Ο Μanuel Antonio De Brea (1805), επί παραδείγματι, στον τίτλο της μελέτης του περί του χειρισμού του ξίφους, επισημαίνει ότι ο ίδιος ακολουθεί ένα αμάλγαμα Γαλλικού, Ιταλικού και Ισπανικού οπλομαχητικού δόγματος, ενώ, ο Julio Castelló (1933) δηλώνει στους μαθητές του ότι διδάσκει Γαλλικό ξίφος και Ιταλική σπάθη.

     Κατά τον 16ο αιώνα οι Άγγλοι, όπως και οι Γάλλοι, εντυπωσιάσθηκαν από την Ιταλική Οπλομαχητική. Ιταλοί Δάσκαλοι άρχισαν να ιδρύουν Σχολές στην Αγγλία και η Ιταλική οπλομαχητική θεωρία έγινε δημοφιλής με τις σπουδές που δημοσίευσαν οι Giacomo di Grassi (1594) και Vincentio Saviolo (1595). Λόγω των επιδράσεών τους, Ιταλικοί οπλομαχητικοί όροι όπως «imbroccata», «mandritta», «riverso» και «stoccata» εισεχώρησαν στο Αγγλικό οπλομαχητικό λεξιλόγιο. Κατά τον επακολουθήσαντα αιώνα, η εγγύς γειτονία Αγγλίας-Γαλλίας επέτρεψε στη Γαλλία να εισχωρήσει στα οπλομαχητικά «πράγματα» της Αγγλίας αυξάνοντας το ενδιαφέρον των Άγγλων για τις Γαλλικές οπλομαχητικές μεθόδους. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα οπλομαχητικά εγχειρίδια του William Hope που εμφανίστηκαν μεταξύ του 1687 και 1729. Ωστόσο, παρά το ότι ακόμη και ως τα μέσα του 18ου αιώνος το Γαλλικό σύστημα είχα για τα καλά εδραιωθεί στην Αγγλία, στην ίδια χώρα η Ιταλική οπλομαχητική θεωρία εξακολουθούσε να ασκεί μία επίδραση. Αυτό ωφείλετο κατά πολύ στον Domenico Angelo Malevolti Tremamondo ο οποίος έφθασε στην Αγγλία το 1750 και ίδρυσε μία Ακαδημία Οπλομαχίας που μακροημέρευσε ως το τέλος του 19ου αιώνος. Ο
Domenico αν και αρχικώς εκπαιδεύθηκε σε Ιταλική Σχολή, ωλοκλήρωσε την εκπαίδευσή του με τον Γάλλο Δάσκαλο Teillagory και κατόπιν συνέγραψε μία μελέτη (1763) συνδυάζοντας τις διδασκαλίες του Γαλλικού και Ιταλικού συστήματος. Η έκδοση αυτής της μελέτης αντιμετώπισε τέτοιο ενδιαφέρον τόσο στην Γαλλία όσο και στην Αγγλία, ώστε ο διάσημος για την εποχή εκδότης Denis Diderot συμπεριέλαβε στην πασίγνωστη «Encyclopedie» του πίνακες από το εγχειρίδιο του Domenico.

     Κατά την αρχή του 19ου αιώνος, τα δύο επικρατέστερα εθνικά συστήματα Οπλομαχητικής ήσαν το Ιταλικό και το Γαλλικό. Η ακριβής περιγραφή του πλαισίου της κάθε «Σχολής» επιχειρείται από τους Ιταλούς Rosaroll Scorza και Pietro Grisetti (1803) καθώς και από τον Γάλλο La Boёssière (1818). H προσεκτική μελέτη των συγγραμμάτων τους, αποκαλύπτει ότι οι οπλομαχητικοί ορισμοί και οι περιγραφές των χειρισμών κατά την διάρκεια ενός μαθήματος της εποχής εκείνης, γενικώς, βρίσκονται πολύ κοντά στα αντίστοιχα των ημερών μας. Εκτός των φυλάξεων της «sixte» (έκτης) και «septime» (εβδόμης) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ισχύει το σύγχρονο Γαλλικό σύστημα αριθμήσεως. Ο La Boёssière συνιστά ακόμη μία στάση φυλάξεως με εκτεταμένο τον βραχίονα της ξιφοφόρου χειρός κατάλληλη για μονομαχητική και αποκαλεί τις φυλάξεις της «sixte» και «septime», αντιστοίχως, ως «quarte sur les armes» και «demi-cercle» ενώ για την τελευταία δηλώνει ότι πρόκειται για φύλαξη έναντι μιας «quarte basse». Είναι προφανές ότι πρόκειται περί καταλοίπων των παλαιοτέρων Ιταλικών στάσεων φυλάξεως, της φυλάξεως εξωτερικής υψηλής γραμμής με την χείρα στη θέση τετάρτης (posizione di pugno di quarta), την φύλαξη ημικυκλίου (mezzocerchio) και τον ξιφισμό κατά την κάτω τετάρτης (quarta bassa).

     H σύγχρονη Ιταλική οπλομαχητική θεωρία διεμόρφωσε τη σημερινή «μορφή» της προς το τέλος του 19ου αιώνος, όταν η «Σχολή Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης υιοθέτησε ως επίσημο εγχειρίδιο διδασκαλίας το σύγγραμμα του Masaniello Parise περί ξίφους και σπάθης (1884). Ο Parise, ως πρώτος διευθυντής αυτής της Σχολής, εκπαίδευσε την πλειονότητα των Οπλοδιδασκάλων που κυριάρχησαν στην Ιταλία, κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνος. Μετά τον θάνατό του (1910) τον Parise διεδέχθησαν οι βοηθοί του Salvatore Pecoraro και Carlo Pessina. Και οι δύο είχαν εκπαιδευθεί στη «Σχολή Σπαθασκίας Radaelli» και τώρα συνεργάζονται για την συγγραφή ενός νέου εγχειριδίου Σπαθασκίας (1910). Το νέο αυτό κείμενο σε συνδυασμό με το έργο του Parise διεμόρφωσαν τη θεωρητική βάση οπλομαχητικής διδασκαλίας στην Ιταλία μέχρι το 1970. Τότε, αποφασίσθηκε η εισαγωγή νέων εκπαιδευτικών εγχειριδίων που θα περιείχαν όλες τις νεώτερες τεχνικές μεταβολές που είχαν σημειωθεί μετά το 1910. Ο Giorgio Pessina και ο Ugo Pignotti υπήρξαν τα πρόσωπα στα οποία ανετέθη η συγγραφή των αναθεωρημένων εγχειριδίων, ένα για το ξίφος (1970) κι ένα για την σπάθη (1972). Ένας συνοδευτικός τόμος για το ξίφος μονομαχίας (1971) ξεκίνησε να συγγράφεται από τον Giuseppe Mangiarotti και ωλοκληρώθηκε από τον Edoardo Mangiarotti.

     Oι Jean-Louis Michel και Bertrand είναι εκείνοι που θεωρούνται, γενικώς, ως οι θεμελιωτές της σύγχρονης εθνικής Γαλλικής «Σχολής». Δυστυχώς, κανείς από τους δύο μεγάλους Οπλοδιδασκάλους δεν συνέγραψε κάποια σπουδή αλλά ο Arsène Vigeant (1883) διασώζει παραδείγματα από τα μαθήματα του Jean-Louis Michel και τόσο ο Camille Prévost (1886) όσο και ο Georges Robert (1900) κατάφεραν να διασώσουν την μέθοδο του Bertrand. To 1908 o νέος «Στρατιωτικός Κανονισμός» Oπλομαχητικής έδωσε την τελική μορφή στην εθνική Γαλλική «Σχολή» Οπλομαχητικής του 20ού αιώνος. Όπως και με το έργο του Parise στην Ιταλία έτσι και ο «Στρατιωτικός Κανονισμός» απετέλεσε ένα θεμελιώδες εγχειρίδιο ώστε επάνω του να στηριχθούν μεγάλοι Οπλοδιδάσκαλοι όπως ο Pierre Thirioux (1970), o Raoul Cléry (1973) και ο Daniel Revenu (1992).

     Η Οπλομαχητική στις Η.Π.Α., όπως και στην Αγγλία, επηρεάστηκε κυρίως από την Γαλλική «Σχολή» κατά την διάρκεια του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνος. Οπλοδιδάσκαλοι όπως ο Louis Rondelle kai o François Darrieulat δίδαξαν αρκετές γενιές Αμερικανών την τεχνική του Γαλλικού ξίφους. Ο Rondelle (1892) άφησε πίσω του μια σημαντική εκπαιδευτική «ιστορία» τόσο στο ξίφος όσο και στη σπάθη ενώ, η περί ξίφους διδασκαλία του διασώθηκε από τους μαθητές του Scott Breckinridge Senior και Junior (1941) σε ένα τομίδιο. Οπλοδιδάσκαλοι από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες ακολούθησαν για να μεταφέρουν στις Η.Π.Α. οπλομαχητικά συστήματα και διδασκαλίες από την Ισπανική, την Ιταλική, την Βελγική, την Ουγγρική, την Πολωνική και την Ρωσική «Σχολή».

     Μεταξύ των συγγραμμάτων που διεμόρφωσαν την Αμερικανική οπλομαχητική μεθοδολογία του 20ού αιώνος βρίσκονται, ασφαλώς, αυτά των Julio Castelló (1933), Aldo Nadi (1943) και Clovis Deladrier (1948).

     Η σπάθη καίτοι εξασκήθηκε σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, συνήθως, από στρατιωτικούς, η σύγχρονη σπαθασκητική τεχνική βασίστηκε στη χρήση ενός ελαφρύτερου όπλου που επινοήθηκε από τον Ιταλό Giuseppe Radaelli περί τα μέσα του 19ου αιώνος. Το ξίφος υπήρξε η βάση επάνω στην οποία αναπτύχθηκε η σπαθασκητική θεωρία του Radaelli. Οι διάδοχοι του Radaelli, Luigi Barbasetti και Carlo Pessina, μετέφεραν τις αρχές της σπαθασκητικής του Radaelli στην «Σχολή Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης στην οποία δίδαξαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος.

     Το 1894 ο Barbasetti εγκαινίασε μία Αίθουσα Όπλων στην Βιέννη και τον επόμενο χρόνο του ζητήθηκε να αναδιοργανώσει την Αυστρο-Ουγγρική τακτική Στρατιωτική Σχολή Οπλομαχητικής στο Wiener-Neustadt, εκεί όπου δίδαξε κατόπιν πολλούς Αυστριακούς και Ούγγρους μέλλοντες Οπλοδιδασκάλους της σπάθης. Κατόπιν, το 1896, ο Italo Santelli, ένας μαθητής του Carlo Pessina και απόφοιτος της Ιταλικής «Σχολής Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης προσεκλήθη από την Κυβέρνηση της Ουγγαρίας να διδάξει Οπλομαχητική στη Βουδαπέστη. Λόγω του ότι ήδη προϋπήρχε μια μεγάλη σπαθασκητική παράδοση στην Ουγγαρία, ο Santelli συνεισέφερε με την εισαγωγή της διδασκαλίας του Radaelli έτσι ώστε να διαμορφωθεί μία κοινή Ιταλο-Ουγγρική σπαθασκητική μέθοδος. Κατόπιν, οι Ούγγροι εταίροι τροποποίησαν τη μέθοδο αυτή διατηρώντας την Ιταλική οπλομαχητική θεωρία αλλά απορρίπτοντας τις Ιταλικές ασκήσεις με κυκλικές καταφορές από τον αγκώνα, αντικαθιστώντας τις με βραχείες καταφορές που εκτελούνται από τον καρπό. Ο κύριος διαμορφωτής της σύγχρονης Ουγγρικής σπαθασκητικής, όπως αναγνωρίζεται γενικώς, είναι ο László Borsody Αρχι-Οπλοδιδάσκαλος στο «Ουγγρικό Βασιλικό Αθλητικό Ίδρυμα Toldi Miklos».

     Οι επιτυχίες των Ούγγρων Σπαθιστών πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ενέπνευσαν τους Βουλγάρους, Πολωνούς, Ρουμάνους και Ρώσους να υιοθετήσουν την Ουγγρική σπαθασκητική μέθοδο. Τελικώς, κάθε εθνική Ομάδα τροποποίησε την Ουγγρική παιδαγωγική προσέγγιση στη Σπαθασκία διαμορφώνοντας την κατά χώρα εθνική «Σχολή». Κοινά χαρακτηριστικά όλων αυτών των εθνικών «Σχολών» ήσαν η έμφαση στη φυσική ενδυνάμωση με ιδιαίτερη προσοχή στα κάτω άκρα και η αναδιαμόρφωση των σπαθισμών ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες των συγχρόνων αγώνων σπάθης. Επίσης, εδώ θα έπρεπε να σημειώσουμε ότι η Ουγγρική τεχνική ξίφους, καίτοι αρχικώς βασίσθηκε στο Ιταλικό σύστημα, τροποποιήθηκε προκειμένου να συμπεριλάβει και Γαλλικά στοιχεία, όπως, λόγου χάρη οκτώ αντί τεσσάρων φυλάξεων. Οι τροποποιήσεις αυτές προέκυψαν όταν ο Γάλλος André Gardère εγκαταστάθηκε στην
Ουγγαρία στη δεκαετία του 1930.

     Το τελευταίο όπλο που ενσωματώθηκε στη σύγχρονη Οπλομαχητική είναι το ξίφος μονομαχίας ανδρών. To όπλο αυτό υιοθετήθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος, κατόπιν εισηγήσεων των Γαλλικών Ακαδημιών Οπλομαχητικής, παρά τις σοβαρές αντιρρήσεις των συντηρητικών Οπλοδιδασκάλων που το θεωρούσαν ως εκφυλισμό του ξίφους . Η τεχνική του ξίφος μονομαχίας ανδρών κατ’ εκείνη την εποχή της διαμορφώσεώς της, περιγράφεται από τους Γάλλους Οπλοδιδασκάλους Jules Jacob (1887) και Anthime Spinnewyn και Paul Manoury (1898) και από τους Ιταλούς Οπλοδιδασκάλους Aurelio Greco (1907) και Agesilao Greco (1912). Τόσο οι Γάλλοι όσο και οι Ιταλοί εκείνοι, βάσισαν τη μέθοδο του ξίφος μονομαχίας ανδρών στις γενικότερες αρχές του ξίφους. Η απουσία ορθής διαδρομής και εκτεταμένης επιφάνειας στόχου διαφοροποιούν το ξίφος μονομαχίας ανδρών από το ξίφος ασκήσεως. Όπως και στο ξίφος ασκήσεως, δύο ήσαν οι κυρίαρχες εθνικές «Σχολές», η Γαλλική και η Ιταλική. Η Ουγγρική τεχνική του ξίφος μονομαχίας ανδρών προέκυψε από το αντίστοιχο Ιταλικό σύστημα μέσω του Eduardo Alajmo ο οποίος δίδαξε στο «Ουγγρικό Βασιλικό Αθλητικό Ίδρυμα Toldi Miklos» τη δεκαετία του 1930. Η μέθοδος του Alajmo περιγράφεται σε ένα εγχειρίδιο του Μichele Alajmo αδελφού του Eduardo (1936) και την ξαναβρίσκουμε σε μία έκδοση του μαθητού του Eduardo, του Oύγγρου Ιmre Vas (1976).

     Από την αρχή του 20ού αιώνος έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Γερμανική Οπλομαχητική κυριαρχούσαν Ιταλοί Οπλοδιδάσκαλοι από τη «Σχολή Στρατιωτικών Οπλοδιδασκάλων» της Ρώμης όπως ο Ettore Schiavoni που δίδαξε στο Βερολίνο και οι Arturo Gazzera και Francesco Tagliabò που δίδαξαν στη Φραγκφούρτη. Κατά την μεταπολεμική περίοδο οι Γερμανοί Οπλοδιδάσκαλοι ανέπτυξαν μία εθνική Γερμανική «Σχολή» η οποία παρακολουθεί γενικώς την αντίστοιχη Ιταλική, έχοντας όμως προσθέσει κάποια Γαλλικά στοιχεία. Επί παραδείγματι, ο Emil Beck στο Tauberbischofsheim έχει καθιερώσει την Γαλλική αρίθμηση φυλάξεων.


Η δεσπόζουσα Ιταλική Οπλομαχητική Ορολογία
των κινήσεων


Κι ένα σημαντικό επιμύθιο


     Το ως άνω εγχειρίδιο του Ιταλού Οπλοδιδασκάλου Giacomo di Grassi υπήρξε το πρώτο σχετικό εγχειρίδιο το οποίο μετεφράσθη στα Αγγλικά (Λονδίνο 1594) διαδίδοντας την Οπλομαχητική της μητροπολιτικής Ευρώπης στους Αγγλοσαξωνικούς Λαούς.

     Σε αυτό το βιβλίο, ο συγγραφέας του Giacomo di Grassi δίδει έμφαση στην χρήση του ξίφους, του εγχειριδίου,του χειρασπιδίου και του μανδύου, αντί της μόνης χρήσεως του ξίφους, ενώ θέτει τις βάσεις των προχωρημένων τεχνικών μακρού ξίφους (Rapier) που επεκράτησαν κατά τον ακολουθήσαντα 17ο αιώνα, όταν επεκράτησαν οι τεχνικές των εμπηκτικών νύξεων έναντι των θλαστικών καταφορών, κατά το δυνατόν.


     Επίσης, ο συγκεκριμένος συγγραφέας υπήρξε ο πρώτος ο οποίος απεσαφήνισε τους τέσσερις τομείς που διέπουν τις κινήσεις της λεπίδος κατά την επίθεση ή την άμυνα, προσδιορίζοντας το μαχητικό "σκεπτικό" των αμυντικών "γραμμών" εσωτερικά, εξωτερικά,υψηλά, χαμηλά, όπως ακόμη και σήμερα νοούνται.