Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

ΕΜΠΛΟΚΗ  Ή  ΑΠΟΦΥΓΗ;

     Ένα ειδικό σημείωμα για τη κατανόηση της αφετηρίας της ψυχολογίας του Πολεμιστή υπό το πρίσμα της ανθρώπινης φυσιολογίας.
    

     Γενικώς, όλα τα πλάσματα αποτελούν ακεραιωμένους οργανισμούς συντιθέμενους από το πνεύμα τους και την ύλη τους σε μία αδιάσπαστη ενότητα της οποίας ο πρώτιστος σκοπός βίου είναι  η διασφάλιση της υπάρξεως του ιδίου του πλάσματος.

     Η αντιληπτικότητα του κάθε πλάσματος υφ’ οιανδήποτε διαδικασία και εάν αυτή επιτελείται (νοητική λειτουργία, αισθητήρια κλπ) καταφέρει ανακλαστικές επιδράσεις στο σώμα του πλάσματος αναλόγως της δομής ενός εκάστου, με αφετηρία τον βαθμό της αντιλαμβανόμενης εξωτερικής προκλήσεως (περιβαλλοντικού ερεθίσματος) αλλά και της επιγνώσεως ή και ενσυναισθήσεως της δυνατότητος αντιμετωπίσεως του κινδύνου που συνεπάγεται η πρόκληση από το ίδιο το απειλούμενο πλάσμα.

     Εκτός, όμως, των εξωτερικών προκλήσεων-ερεθισμάτων κινδύνου, τα πλάσματα αντιμετωπίζουν συχνά αντίστοιχες προκλήσεις-ερεθίσματα που προέρχονται από το ίδιο το πλάσμα, από το «εσωτερικό» του και σχετίζονται με την ψυχοσωματική κατάστασή του, είτε με τη μορφή οργανικών διαταραχών, είτε με τη μορφή ασθενειών, είτε με τη μορφή ψυχοσωματικών ενοχλήσεων που θέτουν το πλάσμα σε κατάσταση «συναγερμού», κάτι που εκφράζεται με πολλές αντιδράσεις του. Άλλωστε, είναι πλέον παραδεκτό ότι οι περισσότερες ασθένειες, αν όχι όλες, εμπεριέχουν ως ένα μεγάλο βαθμό την ψυχική συμμετοχή του οργανισμού και αυτό είναι ένα βασικό σημείο προσοχής για τη χάραξη της στρατηγικής μιας θεραπείας.

     Οι αντιδράσεις των πλασμάτων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «απαντητικές» σε εξωτερικά ή εσωτερικά ερεθίσματα απειλής για το ίδιο το πλάσμα συνιστούν μιαν «εικόνα» την οποία εξεικονίζει το σώμα του ίδιου του πλάσματος το οποίο «προδίδει», έτσι, την κατάσταση απειλής που αντιμετωπίζει. Μέσα σ’ αυτή την «εικόνα» εμπεριέχονται οι νοητικές ή και ενστικτωδώς αντιληπτικές παράμετροι που προκαλούνται αυτοματικά από τον εντοπισμό της εξω/εσωτερικής προκλήσεως-ερεθίσματος στο πλάσμα. Παρατηρώντας, λοιπόν, προσεκτικά, την σωματική εικόνα ενός πλάσματος μπορούμε να διαγνώσουμε σ’  αυτό κάθε ένδειξη ανησυχίας ή και φόβου έναντι απειλής για την ύπαρξή του και, αναλόγως να συμπεριφερθούμε.  

     Όλα σχεδόν τα πλάσματα ως βιολογικοί οργανισμοί διακρίνονται για την εξελικτική ανάπτυξη της ομοιοστατικής ικανότητός τους, δηλαδή, να διατηρούν την σταθερότητα του εσωτερικού τους «περιβάλλοντος» παρά τις εξωτερικές μεταβολές ουσιωδών παραμέτρων, καταφέρνοντας να επιβιώνουν.  Σύμφωνα με αυτή την ικανότητα ένας οργανισμός μπορεί να διατηρεί το υγρό των ιστών του σε σταθερή χημική και φυσική σύσταση. Όταν αυτή μεταβάλλεται τότε τα κύτταρα πεθαίνουν. Η ομοιόσταση διατηρείται σταθερή με συνεχή ανεφοδιασμό χρήσιμων ουσιών στα κύτταρα και με συνεχή απομάκρυνση άχρηστων και επιβλαβών ουσιών. Αυτό επιτυγχάνεται με την κυκλοφορία του αίματος και άλλων συστημάτων. Στο πλαίσιο αυτής της εξελικτικής (ανελικτικής ή και, ενίοτε, υπελικτικής) αναπτύξεως κάθε πλάσμα διαμορφώνει κι έναν αντίστοιχο «κώδικα» μεταφοράς κι ερμηνείας των πληροφοριών-ερεθισμάτων σε πλήρη αλληλεπίδραση με το εξωτερικό περιβάλλον ώστε, γονιδιωματικά πλέον, να παρακολουθεί την πορεία του πλάσματος μέσα στο χρόνο.

     Η αυτοπαραδοχή της ικανότητος του ανταπεξέρχεσθαι στις διάφορες περιβαλλοντικές (έσω/έξω) προκλήσεις που βαθμολογεί με θετικό πρόσημο την επιβίωση του πλάσματος, παρέχει στο τελευταίο την αίσθηση της αυτοπεποιθήσεως η οποία αποτυπώνεται στη συμπεριφορά και στην όλη εξωτερική ψυχοσωματική «εικόνα» του.

     Ποιος είναι, όμως, ο ρόλος, των μηχανισμών «Εμπλοκής ή Αποφυγής» των πλασμάτων που καλούνται να εκτιμήσουν και να αποφασίσουν περί της εμπλοκής τους ή της αποφυγής σε κάθε ευκαιρία εσω/εξωτερικού ερεθίσματος κινδύνου; Και, ειδικότερα, τι αφορά στον ίδιο τον άνθρωπο;  

     Tα θηλαστικά, όπως και ο άνθρωπος, διαμόρφωσαν μηχανισμούς αντιμετωπίσεως των κινδύνων και τους ενίσχυσαν με αντίστοιχα συναισθήματα ώστε να διασφαλίζεται η απομνημόνευσή τους αλλά και ο έγκαιρος εντοπισμός τους ανά πάσα στιγμή. Οι αντιδράσεις των θηλαστικών  έναντι αυτών των εσω/εξωτερικών κινδύνων (ή, καλύτερα, των ενδείξεων κινδύνου οι οποίες θα αξιολογηθούν αναλόγως) επηρεάζονται από τις δομές του λεγόμενου «μεταιχμιακού» ή «θηλαστικού εγκεφάλου» για τον οποίο θα πρέπει να κάνουμε μία σύντομη μνεία.

     Η σταδιακή εξέλιξη των ειδών συνεπέφερε και τη σταδιακή ανάπτυξη του βάρους του εγκεφάλου τους σε σχέση με άλλα όργανα, ιδιαίτερα με την εμφάνιση των πρωτίστων θηλαστικών και αποκορύφωμα τον άνθρωπο. Και με την εξέλιξη αυτή, διάφορα πεδία του εγκεφάλου εξειδικεύθηκαν διαφορετικά στα ποικίλα είδη ζώων, ενώ αναπτύχθηκαν καινούργια πεδία στον εγκέφαλο για νέες, επιπλέον, λειτουργίες. Οι περισσότερες από τις φυλογενετικώς αρχαιότερες περιοχές διατηρήθηκαν με την εξέλιξη, αλλά προοδευτικά καταλάμβαναν μικρότερο ποσοστό του εγκεφάλου, διατηρουμένων, π.χ., στον άνθρωπο όλων των κυρίων αισθητικών πεδίων της αφής και οράσεως. Όμως, ένα μεγαλύτερο ποσοστό του εγκεφάλου καταλαμβάνεται από το φυλογενετικώς νεώτερο μετωπιαίο λοβό και άλλες συνειρμικές περιοχές, υπεύθυνες για ό,τι αποκαλούμε «ανώτερες νοητικές λειτουργίες».

     Η παραδοχή της εξελίξεως των ειδών μας υπογραμμίζει τη σημασία των «ζωικών» προδιαγραφών του εγκεφάλου μας ο οποίος εμφανίζει σημαντικές διαφορές από τους εγκεφάλους διαφόρων άλλων ζώων με άξονα αναφοράς τον «τριπλό εγκέφαλο» (‘ενστικτώδη’ όπως στα ερπετά, ‘συναισθηματικό’ όπως στα πρώτα θηλαστικά και ‘νοητικό’ όπως στα πρώτιστα και στον άνθρωπο). Τα ερπετά, ως προγενέστερα εξελικτικώς, δεν έχουν αναπτύξει στον εγκέφαλο αυτές τις δομές, αλλά διαθέτουν συμπαθητική διέγερση που είναι εμπλεκόμενη στη συμπεριφορά «Μάχης ή Αποφυγής» η οποία εμφανίζεται εξίσου και σε αυτά, βεβαίως, υποδεέστερα ανεπτυγμένη απ' ότι στα θηλαστικά. Και είναι αλήθεια ότι το μεταιχμιακό σύστημα αναπτύχθηκε στα πρώτα θηλαστικά επιτρέποντας την ύπαρξη συναισθημάτων που δεν είχαν, π.χ., τα ερπετά, ακριβώς γιατί ο τρόπος αναπαραγωγής των θηλαστικών επέβαλε τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα σε άτομα του ίδιου είδους. Αυτός, όμως, ο ‘συναισθηματικός’ εγκέφαλος δεν αποτελεί αυτοτέλεια διότι το μεταιχμιακό σύστημα παραμένει απαραίτητο για οποιαδήποτε νοητική λειτουργία περιλαμβάνοντας κέντρα που συμμετέχουν αποφασιστικά στα κίνητρα της νοητικής λειτουργίας, στη μνήμη κλπ.

     Έτσι, όταν εμφανίζεται κάποιος κίνδυνος να απειλεί το θηλαστικό, ανάλογα με τις αντίστοιχες «εγγραφές», αν γίνει εκτίμηση ότι μπορεί να τον αντιμετωπίσει, τότε επιλέγεται η αντιμετώπιση, κινητοποιείται ο μηχανισμός μάχης και εκκρίνονται οι ορμόνες του στρες ( κατεχολαμίνες, κορτιζόλη) ώστε να καταστήσουν τον οργανισμό ικανό να αντιπαρατεθεί. Τότε αυξάνεται η πίεση, οι παλμοί της καρδιάς ώστε να αιματώσουν τους μύες, διαστέλλονται οι βρόγχοι όπως επίσης και οι κόρες των ματιών.  Κατά την διάρκεια της εκκρίσεως των ορμονών του στρες παρατηρείται η αναστολή όλων των άλλων (αναβολικών) λειτουργιών που συνδέονται με την ανάπλαση των ιστών ενώ μειώνεται και η ανοσοποιητική ικανότητα του οργανισμού ως συμπεριλαμβανόμενη στις αναπλαστικές λειτουργίες μαζύ με τις υπόλοιπες. Σε αυτή τη συνεγερτική φάση του οργανισμού τα πάντα επικεντρώνονται στην αντιμετώπιση του διαγνωσθέντος κινδύνου και όλα συστρατεύονται στον ένα και μόνο σκοπό: στη κατανίκηση της απειλής της οποίας η υπέρβαση κρίνεται ζωτική για την επιβίωση του οργανισμού!

      Εάν το θηλαστικό παραδεχθεί μεν την ύπαρξη κινδύνου αλλά σταθμίσει ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει στη κατανίκηση της απειλής μαχόμενο, τότε, επιλέγει την οδό της αποφυγής της εμπλοκής. Στη προκειμένη περίπτωση πέραν από την αυτοματική έκκριση ορμονών στρες η οποία θα επισυμβεί αμέσως όταν αντιληφθεί το ερέθισμα κινδύνου, η αποφυγή θα αποτρέψει την περαιτέρω έκκριση τέτοιων ορμονών. Βλάβες επέρχονται όταν το θηλαστικό αισθανθεί παγιδευμένο σε μία παρατεταμένη κατάσταση εμπλοκής ενώπιον κινδύνου χωρίς να μπορεί να αντιδράσει επιτυχώς και ταχέως για την έξοδο από αυτή. Μια, έστω πρόσκαιρη, φοβική ένταση μπορεί να οδηγήσει το θηλαστικό σε, παραπέρα, παρατεταμένη κατάσταση μειώσεως ικανοτήτων,  απωλείας της αυτοπεποιθήσεώς του, μονίμων φοβικών αντιδράσεων ή και θάνατο.   

     Η δυνατότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να παράγει ερμηνείες και σενάρια υπήρξε το πλεονέκτημα της εξελίξεώς του αλλά και ένα αίτιο παρενεργειών που διαφοροποιεί τη διαδικασία επιλογών «Eμπλοκής ή Αποφυγής» του ανθρώπου.

     Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος υπόκειται πάντοτε στο λάθος μιας διογκώσεως ή ελαχιστοποιήσεως ενός «σινιάλου κινδύνου», ή της καθ’ υπερβολήν εμμονής σε ένα άλλο ήσσονος σημασίας. Συχνά ο άνθρωπος μπορεί να «κολλήσει» σε διάφορα εσω/εξωτερικά ερεθίσματα τα οποία, αν και δε σηματοδοτούν κινδύνους, εκείνος τα ανάγει σε τέτοια αλλά και δεν αποφασίζει να δράσει αναλόγως απολαμβάνοντας μιαν ηροστράτεια σχέση με την ψυχική του γαλήνη για λόγους αναγόμενους στην ίδια τη ψυχοπαθολογία του και με ύστατο αποτέλεσμα τη μακροπρόθεσμη (ή και βραχυπρόθεσμη, αναλόγως εντάσεων) ψυχική του (ενίοτε και σωματική του) φθορά.

     Αυτές οι άκυρες εκτιμήσεις μπορεί να αποτελούν προϊόντα μιας ενότητος συναισθημάτων, φοβικών εμπειριών ή και του επιπέδου (διογκωμένου ή και μειωμένου) της αυτοπεποιθήσεώς του ατόμου που το οδηγούν σε έναν αντίστοιχο συναισθηματικό πανικό ή και συναισθηματική έκπτωση, μια κατάσταση ψευδούς απειλής ή και μη υπάρξεως εκεί που πραγματικά μπορεί να υπάρχει, συνειδητοποιημένης ή και μη συνειδητοποιημένης, που να καθηλώνει τον άνθρωπο σε μια συνεχή στρεσογόνο φθορά.

     Κατά κανόνα, αυτού του είδους οι αποκλίνουσες εκτιμήσεις δεν είναι επαρκώς συνειδητοποιημένες, αλλά κυμαίνονται  σε ένα επίπεδο συναισθηματικών προσεγγίσεων. Εάν  υπάρξει συνειδητότητα κατά την εκτίμηση ενός εσω/εξωτερικού ερεθίσματος το οποίο παραπέμπει σε κίνδυνο τότε προσδοκάται δυνατότητα λογικής επεξεργασίας ώστε να υπάρξει τελική αποτίμηση όσο γίνεται εγγύτερα στη πραγματική σοβαρότητα της περιπτώσεως κάτι απαραίτητο για την ορθή αντιμετώπισή της. Δυστυχώς, όμως, συχνά σημειώνεται μία υπερβολική συναισθηματική παρεμβολή προς τη κατεύθυνση του φόβου, διογκώνοντας την απειλή, με αποτέλεσμα στην απομείωση της λογικής αναλύσεως. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η συναισθηματική υπερβολή που προς τον φόβο άγει στο παραμερισμό ελέγχου του συναισθηματικού εγκεφάλου από τον μετωπιαίο φλοιό περιστέλλοντας τη λογική και διογκώνοντας το ρόλο των συναισθημάτων που θέτουν εκτός πραγματικότητος. Και είναι αντιληπτή η μεγάλη σημασία του μετωπιαίου φλοιού για τη λογική επεξεργασία στην αποτίμηση του πραγματικού ή μη κινδύνου εσω/εξωτερικών ερεθισμάτων καθώς και η δυσμενέστατη επίδραση της διαιωνίσεως των μονίμων νοσηρών φοβικών συναισθημάτων για τον άνθρωπο.

     Ένα, επιπλέον, νοσογόνο μειονέκτημα της ανθρώπινης νοήσεως είναι και η «εχέφρων» συνείδηση πολλών σοβαρών υπαρξιακών ζητημάτων όπως ο θάνατος, οι δυσχέρειες υπερβάσεως πολλών αστάθμητων καταστάσεων (ενδεχομένων οργανικών νόσων) κλπ, κάτι που προξενεί στον άνθρωπο-φορέα μια διαρκή πηγή άγχους. Και αυτή η παρατεταμένη κατάσταση υπερεκκρίσεως ορμονών του στρες δεν επιφέρει, απλώς, ζημιογόνες επιπτώσεις σε πολλά οργανικά επίπεδα αλλά και εξαντλεί τον οργανισμό ώστε να μη μπορεί να αντιδράσει με συγκέντρωση δυνάμεων όταν κληθεί να αντιμετωπίσει μία πραγματικά σοβαρή απειλή. Εξ’  άλλου, αυτή η παρατεταμένη στρεσογόνος κατάσταση προκαλεί την παρελκυστική εστίαση της προσοχής σε ένα συγκεκριμένο σημείο (συχνά αμελητέο) καθ’  ην στιγμή η προσοχή θα έπρεπε να στραφεί σε άλλα σημεία πολύ πιο σοβαρά και απαραίτητο, κατά προτεραιότητα, να αντιμετωπισθούν. Όλα τούτα καταλήγουν συχνά σε ποικίλα σωματικά συμπτώματα, από απλές διαταραχές χωρίς βλάβη οργάνου μέχρι και σε σοβαρές βλάβες οργάνων ή ακόμη και τον θάνατο, αναλόγως με την συνειδητοποίηση και τη βαθειά «εγγραφή» των αφετηριακών (υπαρξιακών και άλλων…) ζητημάτων. Και οι βλάβες αυτές παρατηρούνται εντονότερες σε εσωστρεφείς οργανισμούς που δεν αποφορτίζουν το άγχος τους προς τα έξω αλλά το στρέφουν εναντίον εαυτών, συχνά, προς ίδιον «όφελος», προσπαθώντας, π.χ. να προσελκύσουν την προσοχή, το ενδιαφέρον ή και την αγάπη των γύρω τους χωρίς όμως να αντιλαμβάνονται την καταστροφικότητα αυτής της τακτικής.

     Μία σημαντική και συχνά εμφανιζόμενη, τέτοια, βλάβη, είναι και η υπέρταση η οποία βασανίζει εκατομμύρια αγχωσικών οργανισμών διασυνδεδεμένη με τη μόνιμη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος η οποία προξενεί την υπερέκκριση ορμονών στρες. Στη προκειμένη περίπτωση παρατηρούμε άνοδο αρτηριακής πιέσεως με συνεπαγόμενη αλλοίωση των αγγείων, κάτι το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο θάνατο (σοβαρά καρδιοαγγειακά συμβάντα).

     Αλλά, ας μη παραβλέπουμε ότι η συνειδητοποίηση και βαθειά «εγγραφή» που ενεργοποιούν μηχανισμούς αντιμετωπίσεως υπαρκτών και ανυπάρκτων, εν πολλοίς, κινδύνων, εξαρτώνται και από τις γονιδιωματικές «σφραγίδες» του οργανισμού ο οποίος, έτσι, διαμορφώνει ιδιοσυγκρασία, τη θέση του μέσα στην κοινωνική κοινότητα και τις, εξ αυτής, απορρέουσες εμπειρίες.

     Ο «άξονας» του φόβου έναντι των κινδύνων και όχι της χαράς ή της αισιοδοξίας είναι και ο καθοριστικός για τη μακροχρόνια διαμόρφωση της ψυχοφυσιολογίας  του οργανισμού, διότι η ύπαρξη κινδύνων καθορίζει και τη μακροβιότητα του οργανισμού ως εκ της ανάγκης μέτρων έγκαιρης αντιμετωπίσεώς τους. Συνεπώς η συγερσιμότητα και όχι η χαλάρωση, κυριαρχεί στη ζωή του οργανισμού με αποτέλεσμα γύρω από τη προτεραιότητα αυτή να πλέκεται ο «καμβάς» της βιωσιμότητος του οργανισμού. Ως αντίμετρο αυτής της διαρκούς συνεγερσιμότητος η οποία αποβαίνει καθοριστικώς στρεσογόνος, ο οργανισμός έχει να αντιπαραθέσει τη λογική νηφαλιότητα (ανάπτυξη του ρόλου του μετωπιαίου φλοιού) προκειμένου να διαχωρίζει τους πραγματικούς από τους φανταστικούς κινδύνους  και την αυτοπεποίθηση της επακριβούς γνώσεως των δυνατοτήτων του (αυτογνωσία) ώστε να διατηρεί την ηρεμία του έναντι της επιτυχούς αντιμετωπίσεως οιουδήποτε κινδύνου εμφανισθεί.


     Η λογική εξεργασία προτάσσεται πάντοτε από τον Πολεμιστή και προς τούτο συνιστούμε σ΄ αυτόν να διατηρεί τη νηφαλιότητα της σκέψεώς του υφ’  οιανδήποτε συνθήκη μάχης!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.