Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

IΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΗ  ΑΣΠΙΔΟΣ

ΕΛΛΗΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΕΩΣ



     Ο Αρχηγός των "ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΕΝΤΑΥΡΩΝ" Αρπάλυκος, δεν πρόλαβε να "κατεβεί" από τη Πεντέλη όπου όλοι χαρήκαμε μιαν εξαιρετική Προπόνηση και ανέλαβε να κατασκευάσει μια χειροποίητη ασπίδα Έλληνος Στρατιώτου της Αναγεννήσεως για τη συμπλήρωση των εξαρτύσεων όσων Μελών της Ομάδος μας συμμετέχουν σε διεθνείς Αγώνες. Αφιερώνοντας μελέτη και αρκετές εργατώρες με το γνωστό κέφι αλλά και τις ικανότητές του και με εξαιρετικά υλικά που ταιριάζουν με την εποχή και το αντικείμενο κατάφερε να εμπλουτίσει τον εξοπλισμό της Ομάδος μας με ένα εξαιρετικό αντικείμενο ιστορικής ακριβείας και υψηλής αισθητικής. 


                                                                         Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΣΠΙΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟΞΟΤΕΣ


     Η χρήση ασπίδος από τοξότες, ειδικώς των λαών με τοξευτική Παράδοση, τεκμαίρεται από την εποχή της αρχαιότητος. Ενδεικτική η αναφορά στο βιβλίο "Scythians and Greeks" (έκδοση David Braund, 2005) και στο 8ο κεφάλαιο "Who were the 'Scythian' archers on archaic Attic vases?" (υπό A.I.Ivanchik) με την απεικόνιση σχετικής παραστάσεως από ερυθροβαφές αγγείο (κύλικα). 

TO ΣΧΗΜΑ



Η πρωτότυπη φωτογραφική υαλόπλακα 
που αποτύπωσε στο βιβλίο του Κ. Σάθα την εικόνα του Έλληνος Στρατιώτη 
και φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη της "Ελληνικής Εφιπποτοξοτικής Εταιρείας".


     Αν και οι "υποψιασμένοι" έχουν κατά νου το σχήμα της, σχεδόν, ορθογώνιας ασπίδας της γκραβούρας του έφιππου Στρατιώτη που κοσμεί το βιβλίο του Κ. Σάθα, το κλασικό σχήμα των αντιστοίχων ασπίδων Στρατιωτών της Αναγεννήσεως ήταν στρογγυλό. Έτσι, στη συγκεκριμένη περίπτωση προτιμήθηκε το στρογγυλό και όχι το ορθογώνιο (ή και άλλο...) σχήμα, διαμέτρου 39,7 εκτμ. Το μέγεθος εκτιμήθηκε αναλογικώς προς ήδη υπάρχοντα υποδείγματα "εποχής".  


ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΣΩΜΑ 




     Ένα κομμάτι ξύλου που αφαιρέθηκε με το πριόνι από ένα πεσμένο κορμό δουλεύτηκε με το χέρι ώστε να κοπεί ολοστρόγγυλο, να αποκτήσει (πάντα με το χέρι) εξωτερική κουρμπαριστή επιφάνεια και να περασθεί με βερνίκι κάσιας, είναι το σώμα της ασπίδος.

Η ΠΡΟΣΘΙΑ ΠΛΕΥΡΑ


     αμπαράδες" είναι τα σιδερένια καρφιά των οποίων προβάλλεται μόνον το στρογγυλό "κεφάλι" και που το στέλεχός τους είναι βαθιά μέσα στο σώμα της επιφανείας την οποία προστατεύουν από θραύση λόγω χτυπημάτων, λειτουργώντας ως αποσβεστήρες κρούσεων καταφορών. 


     Οι αποσβεστικοί καμπαράδες της συγκεκριμένης ασπίδος χρονολογούνται από την εποχή της μέσης Αναγεννήσεως και αποτελούν "υπόλοιπα" ευρωπαϊκής καστρόπορτας, εντοπισμένοι "in situ" στην αποθήκη του κάστρου. 


     Είναι χειροποίητοι, κατασκευασμένοι από σίδηρο και, αρχικώς, πολύ σκουριασμένοι. Το βάρος τους διαφέρει και, μάλιστα, σημαντικά από κομμάτι σε κομμάτι, όπως φαίνεται στις παρακάτω φωτογραφίες επί ζυγού:





     Οι διαστάσεις τους φαίνονται στις φωτογραφίες που ακολουθούν. 


     Οι μετρήσεις είναι ενδεικτικές καθώς κάθε καμπαράς είναι κατασκευασμένος στο χέρι και, ως εκ τούτου, ανομοιογενής με τους υπολοίπους.


     Προ τοποθετήσεως υπέστησαν καθαρισμό, συντήρηση και τελική στίλβωση ώστε, τοποθετούμενοι στο σώμα της ασπίδος να έχουν επανέλθει στην αρχική, κατά το δυνατόν μορφή τους.


     Η στερέωσή τους έγινε με την κάμψη του στελέχους τους στη πίσω επιφάνεια του σώματος της ασπίδος, όπως ακριβώς γίνονταν και παλιά. Χρησιμοποιήθηκαν τριάντα τρεις καμπαράδες περιφερειακώς του χείλους του σώματος συν, επιπλέον, τέσσερις για την πλαισίωση του κεντρικού μοτίβου, όπως θα δούμε εν συνεχεία.


     To κεντρικό μοτίβο της πρόσθιας επιφανείας είναι ένα αναγεννησιακό δείγμα ιταλικής διακοσμητικής μεταλλουργικής που υπήρξε το κατάλοιπο μιας κασετίνας "εποχής". Τοποθετήθηκε με ένθεση σε περιγραμμικό φάτνωμα ώστε να "απορροφηθεί" μέρος του όγκου του μέσα στο ξύλο και στερεώθηκε με δύο επιπρόσθετα καρφάκια. 


     Στα τέσσερα "άκρα" (ακροπτέρυγα, ράμφος, ουρά) του κεντρικού διακοσμητικού μεταλλικού μοτίβου και σε μικρή απόσταση από αυτά  τοπθετήθηκε από ένας καμπαράς. Το κεντρικό μοτίβο, ένα μεγάλο πουλί με ανοιγμένα φτερά για πτήση, συμβολίζει το "πέταγμα" των Ελλήνων Στρατιωτών της Αναγεννήσεως για να αγωνισθούν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος τα οποία προσδιορίζονται από τους τέσσερις καμπαράδες.


     Το βάρος του σώματος της ασπίδος με διαμορφωμένη μόνον την πρόσθια πλευρά (37 καμπαράδες και κεντρικό διακοσμητικό μεταλλικό μοτίβο, χωρίς καμία διαμόρφωση οπίσθιας πλευράς) ανέρχεται σε 4.200 χιλιόγραμμα, μέγεθος καθόλου ευκαταφρόνητο!


     Η πρόσθια πλευρά, απέριττη αλλά κι εντυπωσιακή με όλη τη λειτουργικότητα ενός ανάλογου όπλου, εκφράζει και το δυναμισμό αλλά και την αισθητική μιας πολεμικής Παραδόσεως όπως εκείνης της Αναγεννήσεως.


Η ΟΠΙΣΘΙΑ ΠΛΕΥΡΑ



     Η επικάλυψη της πίσω πλευράς προτιμήθηκε να γίνει με μία στόφα του 19ου αιώνος με αναγεννησιακά μοτίβα, κατασκευασμένη σε κάποιο ιταλικό υφαντουργείο. Η στόφα αυτή προέρχεται από την επίπλωση (κουρτίνες, λαμπρεκέν) ενός κατεδαφιστέου επαρχιώτικου αρχοντικού από το οποίο σώθηκαν αρκετά στοιχεία. Το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά εντυπωσιακό!


     Η αντιλαβή έχει και αυτή αναγεννησιακά μεταλλικά μοτίβα πάρα πολύ συγγενή με τους κίονες οι οποίοι εμφανίζονται ως αναγεννησιακά αρχιτεκτονικά δείγματα [Säulen und Kapitelle] στον αναδιπλούμενο πίνακα του βιβλίου "WELCHER STIL IST DAS?" του Dr. Werner Büddemann (1938).


     Ο συνδυασμός της επικαλυπτικής στόφας της πίσω πλευράς με τα στοιχεία της αντιλαβής ανεδείχθη στη πειστικότερη εκδοχή ιστορικής ακριβείας αλλά και αισθητικού αποτελέσματος.`


     Τα απαρτίζοντα μέρη της αντιλαβής ήταν πολύ εύκολο να συναρμολογηθούν και να στερεωθούν δίνοντας ένα στιβαρό αποτέλεσμα.



     Ο πόρπαξ αν και πιο απλός κατά την εμφάνιση χρειάστηκε πολύ περισσότερη εργατώρα και μαστοριά για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα.


     Κόλλα, δέρματα, τσόχα και δερματόσχοινο ήσαν τα υλικά του συγκεκριμένου μέρους της ασπίδος.


     Εκείνο, όμως, που συνέβαλε στο άψογο αισθητικό αποτέλεσμα ήταν ο εσωτερικός μεταλλικός "οδηγός" που ρύθμισε την ομοιογένεια της χιάσεως του δερματόσχοινου. 


     Ο πόρπαξ, πράγματι, κατέληξε σε ένα δυνατό και λειτουργικότατο τμήμα όπως θα πρέπει να είναι κάθε ανάλογο, ζωτικότατο, τμήμα ασπίδος.


     Όταν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του πόρπακος και ο Αρπάλυκος δοκίμασε το αποτέλεσμα, τόσο κατά την αντοχή όσο και κατά την αισθητική και αυτό υπήρξε άριστο.


     Επιτέλους, η πίσω πλευρά με την επένδυση, τον πόρπακα και την αντιλαβή έδειξε την εντυπωσιακή της "εικόνα" και η ασπίδα ολοκληρώθηκε.


     Η λειτουργικότητα της ανακατασκευασμένης ασπίδος υπήρξε άριστη τόσο σε χρήση εδάφους όσο και έφιππη.


     Παρά το όχι και τόσο ευκαταφρόνητο βάρος της, η σωστή σχεδίαση και συνδυασμός του πόρπακος με την αντιλαβή έδειξαν ότι ο φέρων Στρατιώτης δεν είχε κανένα πρόβλημα στη παρατεταμένη χρήση της υπό συνθήκες μάχης με αξιοσημείωτην αμυντική αποτελεσματικότητα.


     Τέλος, ο Αρπάλυκος, με πλήρη οπλισμό (τόξο, φαρέτρα, σπάθη, ακόντιο και ωτιόσχημο εγχειρίδιο!) και, βεβαίως, με την ασπίδα (!) κάλπασε σε ανοικτό έδαφος με απόλυτην άνεση τεκμηριώνοντας την άνεση φερόμενου οπλισμού της εποχής, όπως ο Κ. Σάθας περιγράφει λεπτομερώς.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Όλοι οι τίτλοι προέρχονται από την Βιβλιοθήκη
της
"ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΦΙΠΠΟΤΟΞΟΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ"




     Η αναγκαιότητα στοιχειώδους αξιοπιστίας σε ό,τι αφορά στη μελέτη περί των, των Ελλήνων Στρατιωτών της Αναγεννήσεως μας υποχρεώνει, προ οιασδήποτε άλλης "πηγής", να αντλούμε πληροφόρηση από την πρώτη δημοσίευση του έργου του αειμνήστου Έλληνος Ιστορικού Κωνσταντίνου Ν. Σάθα "Οι Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει και Αναγέννησις της Ελληνικής Τακτικής", όπως αυτό δημοσιεύθηκε στους δύο τόμους του περιοδικού "ΕΣΤΙΑ" (τ.19ος και 20ός, 1885).

ΓΕΝΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ:

1.  Κ. Σάθα: "Οι Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει και Αναγέννησις της Ελληνικής Τακτικής", Φιλόμυθος, Αθήνα, 1993.

2.  Κ. Ν. Σάθα: "Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας", Μaisonneuve et Cie Éditeurs, Paris, 1880.


OΠΛΙΣΜΟΣ:

1.  Kelenik József κλπ: “A Magyar Huszár”, Corvina Kiadó,  Budapest, 2002.

2.  Heinrich Müller: “Albrecht Dürer, Waffen und Rüstungen”, Deutsches Historisches Museum, 2002.

3.  Jerzy Cichowski, Andrzej Szulczyṅski: “Husaria”, dom Wydawniczy Bellona, Warsawa, 2004.

4.  Philip de Souza: “The Ancient World at War”, Thames and Hudson, London 2008.

5.  Harvey J.S. Withers: “Kardok és Szablyák” ,  Kossuth Kiadó, Budapest, 2010.

6.  Kovács S. Tibor: “Huszár-Fegyverek a 15-17 Században”, Martin Opitz Kiadó, Budapest, 2010.

7.  Ernst József: “100 év a Magyar Lovassport Történetéből” , Cartaphilus Könyvkiadó, Hungary, 2008.

8.  Askeri Müze Harbiye Istanbul,: “Military Museum Collections”, Military Museum and Cultural Centre Hrbiye/Istanbul, Turkey, χ.χ..

9.  Szacsky Mihály, Pálinkás Gábor: “Történelmi, Európai, Katonai és Népi Sportok” , α.λ.σ.

10. Hermann Historica: “52. Auktion, Alte Waffen, Antiken, Jagdliches, Varia”, München, 2007.

11. Hermann Historica: “58. Auktion, Ausgesuchte Sammlungsstücke, Alte Waffen, Kunstahandwerk, Orden & Militärhistorische Objekte”, München, 2009.

12. Kunsthistorisches Museum Wien: “Katalog der Leibrüstkammerτ.I & II, Verlag Anton Schroll & Co, Wien, 1976 (Ι) και Bramante Editrice, Busto Arsizio, 1990 (II)

13. Rolf G Haebler: “Wie unsere Waffen wurden”, Verlag von Philipp Reclam jun., Leipzig, 1940.

14. Muzeum Zamkowe w Malborko: “101 Arcydzieł Dawnych Mistrzów XV-XVIII Wieku”, Malbork, 2012.

15. Von Morenberg: “Armi Antiche e Militaria”, Trento, 19/3/2005.

16. Ζdzisław Żygulski jun.: “Stara Brο”, Krajowa Agencia Wydawnicza, Warsawa, 1984.

17. Charles Henry Ashdown: “British and Foreign Arms & Armour”, T.C. & E.C. Jack, London, 1909.

18. Δημήτρη Α. Νικολακόπουλου: «Οι Ιστορικές περίοδοι και τα Λευκά Όπλα στον Ευρύτερο Ελληνικό Χώρο, 6000 π.Χ. έως 1500 μ.Χ.» , Δημήτρης Α. Νικολακόπουλος, Αθήνα, 2012.

19. Robert Elgood: “Τα Όπλα της Ελλάδας”, Εκδόσεις Polaris, Aθήνα, 2009.


ΡΥΘΜΟΛΟΓΙΑ:

1.  Αnton Springer: “Handbuch der Kunstgeschichte”, Verlag von E.A. Seemann, Leipzig, 1896.

2.  Dr. Franz von Juraschek: “Albrecht Dürer”, Krystall Verlag, Wien/Leipzig, 1936.

3.  Ludwig Goldschneider: “Michelangelo” , Phaidon, Oxford, 1986.

4.  Wilhelm Waetzoldt: “Dürer und Seine Zeit”, Phaidon, London, 1938.

5.  Dr. Fritz Burger, Dr. A. E. Brinckmann: “Handbuch der Kunstwissenschaft”, Akademische Verlagsgesellschaft Athenaion M.B.H., Berlin, 1913.

6.  Hans Weigert: “Kleine Kunstgeschichte Europas”, W. Kohlhammer Verlag, Stuttgart, 1953.

7.  Marcel Laurent, Willem Van Der Pluym: “ Les Chefs-d’ Oevre de la Sculpture et de l’
Architecture Depuis l’ Antiquité à Nos Jours”, E. Flammarion, Paris, χ.χ.

8.  Dr. Werner Büddemann: “Welcher Still ist das?”, Franckh’sche Verlagshandlung, Stuttgart, 1938.

9.  Robert Ducher: “Caractéristique des Styles”, Flammarion, Paris, 1988.

10. H. Luckenbach: “Kunst und Geschichte” R. Oldenburg Verlag, München und Berlin, 1942.

11. Jacob Burckhard: “Die Kultur der Renaissance in Italien”, Alfred Kröner Verlag, Stuttgart, 1922.

YΦΑΣΜΑΤΑ:

1.  Giulio Ferrario: “Il costume antico e moderno”, Dalla Tipografia dell'Editore Milano, 1815-1819.

2.  Μałgorrzata Możdżyṅska-Nawotka: “O Modach I Strojach”, Muzeum Narodowym we Wrocławiu, Wrocław, 2002.

3.  Tompos Lilla: “A Díszmagyar”, Magyar Mercurius, Budapest , 2005.

4.  Elizabeth Dyer: “Textile Fabrics”,  The Riverside Press, U.S.A., 1927.

5.  Hermann Weiss: “Kostümkunde”, Verlag von Ebner & Seubert, Stuttgart, 1872.

6.  Max von Boehn: “Die Mode”, Verlag F. Bruckmann, München, 1939.

7.  Payne, Winakor, Farrell Beck: “Ιστορία της Ενδυμασίας”, Εκδόσεις Ίων, Αθήνα, 2004.


ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

1.  Αντωνίου Θ. Ηπίτη: "Λεξικόν Επιστημονικών και Τεχνικών Όρων",  Αθήνα, 1895 (α.λ.σ.).




                                                                     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.